Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Εξομολόγηση...









«Δεν είδες ποτέ τα δάκρυα μου
ίσως φταίω εγώ που τα 'κρυψα
δεν άκουσες,δεν άκουσες τα λόγια μου
ίσως φταίω εγώ που τα ψιθύρισα...
δεν έκλαψες που έφυγα
ίσως φταίω εγώ που ξαναγύρισα...

στα μάτια μου όμως
δε διάβασες τίποτα;»
(Χάρις Αλεξίου:Δεν είδες)




Ποτέ δεν μου άρεσε η μακιαβελική ηθική.Αυτό το δόγμα τού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».Μα να που την ασπάστηκα.Και την έκανα πράξη.Ψάχνω για άλλοθι,νομίζω.Μα όχι,όχι.Αλήθεια σου λέω.Αφού ήταν ο μόνος τρόπος να βρεθώ εκει που αγαπάω πιο πολύ,την ώρα που αγαπάω περισσότερο να είμαι κοντά Της.Νύχτα πάντα...Εκεί που γίνομαι θαρρείς κάποια άλλη.Κοντά σ΄αυτήν την Γυναίκα που μπορεί και με ηρεμεί,με παρηγορεί.Με ταξιδεύει.Θάλασσα το όνομα Της και τί δε θα δινα να βρεθώ κοντά Της.Το τηλεφώνημα ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή,αν και το πρόσωπο που σ΄Αυτήν θα με πήγαινε...Άστο καλύτερα.Ξέρεις εξάλλου..

Μια νύχτα μετά το φεγγάρι του Αυγούστου.Σου΄χω πει ποτέ πως αυτό είναι το πιο αγαπημένο μου;Όχι,δεν πρόλαβα.Ούτε καν αυτό...Εφοδιασμένη με μπύρες,τσιγάρα και το τετράδιο μου.Σε περίπτωση που κάτι ήθελα να σημειώσω.Τον τελευταίο καιρό δεν το αποχωρίζομαι.Ολο και κάτι θα βρω να του καταθέσω.Κι όλο πιο συχνά μου συμβαίνει.Και αυτό...

Με δέχτηκε όπως πάντα.Ήρεμη,ζεστή,τρυφερή.Ναι,αυτη τη φορά Την άγγιξα.Για λίγο περπάτησα στις άκρες του κορμιού Της.Σου κάνει εντύπωση;Ήθελα να μπορώ να δω την έκφραση σου,όταν θα το διαβάσεις αυτό.Μπορεί και να χαμογελάς.Ίσως.Μα ταυτόχρονα ένιωθα ότι μου έθετε και μια πρόκληση.Με παρότρυνε να Της πω,ό,τι Αυτή εδω και καιρό είχε καταλάβει.Προσπαθούσα λυσσαλέα να Της αντισταθώ.Να μην Την αφήσω να με παρασύρει στο παιχνίδι Της.Ήθελε να παίξει μαζί μου ή να με λυτρώσει;Δεν ήξερα.Όχι,μέχρι εκείνη τη στιγμή..

Η σελήνη καθρεφτιζόταν μέσα Της.Σχεδόν Την ακουμπούσε.Λες και έκαναν έρωτα.Όμορφη εικόνα.Να την έβλεπες..Αν και θα την είδες.Δεν μπορεί να μην,ένα τέτοιο βράδυ.Σήκωσα το κεφάλι ψηλά,στον ουρανό.Κοίταξα τα αστέρια.Προσπάθησα να μαντέψω πού είναι η Αφροδίτη,η Μικρή Άρκτος,ο Σείριος.Έτσι όπως εσύ μου τα είχες δείξει εκείνο το βράδυ,αν θυμάσαι.Δεν τα κατάφερα.

Περίεργοι συνειρμοί άρχισαν να στήνουν χορό μες το μυαλό μου.Εκείνη η νύχτα ,ήρθε ξαφνικά στη θύμηση μου.Οχι πως ήταν δύσκολο μάτια μου.Καθόλου.Πίστεψε με. Γιατί ήταν ένα απ΄τα βράδυα που πάντα θα κουβαλάω μέσα μου,μέχρι τελευταίας μου ανάσας.Γιατί ήταν το πρώτο μου κι ίσως το τελευταίο βράδυ μαζί σου,κοντά Της.Το πρώτο και το τελευταίο που για λίγες στιγμές αφέθηκα στην αγκαλιά σου..

Μέχρι που Αυτή γύρεψε απάντηση να πάρει.Και δεν μπορούσα πια να Της την αρνηθώ.Ναι,σε είχα ερωτευθεί.Με έναν τρόπο που όμοιο του ποτέ δεν είχα νιώσει.Λες κι ήταν πρώτη φορά.Ήταν πρώτη φορά..Ποτέ δεν είχα νιώσει κάτι ανάλογο.Ποτέ.Και έτυχε με σένα.Μη με ρωτήσεις πώς και γιατί.Δεν έχω απάντηση να σου δώσω.Ούτε τώρα,ίσως ούτε ποτέ.Ίσως να σε γνώρισα σε λάθος χρόνο.Ίσως αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά για μένα,ίσως να μην το άφηνα να συμβεί.Μα δεν το επιδίωξα.Δεν το θέλησα.Μόνο του ήρθε και με βρήκε.Αντιστάθηκα όσο μπορούσα.Δεν το παραδεχόμουν.Κι ας μου το έλεγαν.Ότι μου συμβαίνει,ότι φαίνεται.Απ΄τον τρόπο που για σένα μιλούσα.Και γω,ξόρκιζα αυτή τη σκέψη.Όχι,δεν είναι αλήθεια.Φίλοι,μόνο φίλοι είμαστε.Τίποτα παραπέρα.Ναι,μπορεί να σ΄ αγαπάω αλλά μέχρις εκεί.Τίποτε άλλο.Και ήρθε η στιγμή που μου τα ανέτρεψε όλα.Γιατί αλλιώς ήξερα,είχα μάθει...

Γιατί εσύ μάτια μου;Γιατί εσύ,γαμώτο, που να με πάρει;Εκεί που νόμιζα πως όλα είχαν μπεί σε έναν καλό δρόμο,ξαφνικά πάλι απ΄την αρχή.Εκεί που πίστευα πως ίσως και να μπορούσα να σε κερδίσω ξανά,εκεί έντρομη βλέπω πως μπορεί και πάλι να σε χάσω.Και δικαιολογημένα αυτή τη φορά.Φοβάμαι.Ο Θεός μου και γω ξέρουμε πόσο πολύ φοβάμαι.Γιατί ό,τι και να κάνω πια,ό,τι και να πω,δεν θα είναι το ίδιο.Ακόμη κι αν σου λέω αλήθεια,πάντα θα υπάρχει η αμφιβολία.Πώς να σου πω πια ότι θέλω να σε δω;Πώς να τολμήσω να σου πω ότι μου λείπεις;Πώς να τολμήσω να σου ζητήσω μια αγκαλιά;Αφού κάθε φορά,το ξέρω,θα νομίζεις πως θα θέλω κάτι παραπάνω από σένα.Κι ας μην είναι έτσι.Κι ας λένε οι λέξεις μου αυτό που λεν και τίποτε άλλο...

Σ΄ερωτεύτηκα.Ναι.Τα πάντα,κάθε τι δικό σου.Τα μάτια σου,το χαμόγελο σου,τον τρόπο που σκεφτόσουν,που μιλούσες.Λάθος,το ξέρω.Μα έγινε.Δεν σου ρίχνω το παραμικρό φταίξιμο.Εγώ,εγώ φταίω για όλα.Γιατί εγώ σου αφέθηκα.Κι ας μη με έψαχνες εσύ ποτέ.Κι ας μη με ζητούσες.Κι ας μη μου έδειξες ποτέ πως,ίσως και να μπορούσα να σημαίνω κάτι για σένα.Όχι,όχι ερωτικά.Ανθρώπινα,φιλικά και μόνο.Ή μάλλον για να μην σε αδικώ,το έκανες κάποια στιγμή.Όταν με αγωνία περίμενα να περάσουν οι μέρες που θα καθόριζαν τη ζωή μου..Μέχρις εκεί.Κι ας μου έλεγες διαρκώς ότι γκρίνιαζα και παραπονιόμουνα.Κι ας ήξερα.Με τα χίλια πάνω σου κατευθυνόμουν.Λες και πατούσα συνεχώς το γκάζι.Λες και οι θεοί μού είχαν εξαφανίσει το φρένο,έτσι για να παίξουν και να γελάσουν μαζί μου.Για να με δουν αν θα μπορούσα να σταματήσω λίγο πρίν τον γκρεμό...

Σε θέλω μάτια μου.Σε θέλω στη ζωή μου.Θέλω τα σημαντικά του βίου μου,να τα μοιράζομαι μαζί σου.Και μαζί σου.Θέλω ό,τι μου συμβαίνει να μπορώ να στο κοινωνώ.Δεν θέλω να σε φοβάμαι.Δεν το αντέχω πια.Τί πάει να πει φόβος μαζί σου,το έμαθα καλά.Φτάνει.Ελεύθερη θέλω να αισθάνομαι μαζί σου.Μπορώ άραγε;Έχω τέτοιο δικαίωμα;Μπορώ να ελπίζω πως τίποτα δεν χάθηκε;Έστω και μετά απ΄όλα αυτά;

Δεν θέλω τίποτα παραπάνω από σένα.Μόνο κάποιες φορές να μπορώ να σου μιλάω.Να μαθαίνω νέα σου.Που και που να σε βλέπω.Αυτό μου αρκεί.Πάντα μου αρκούσε.Πόσο μάλλον τώρα.Αμήχανα αισθάνομαι και άβολα.Γιατί ξέρω ότι ξέρεις και αυτό με φέρνει σε δύσκολη θέση.Θα μπορούσα να προσποιηθώ ότι όλα καλά.Ότι δεν τρέχει τίποτα.Μα θα σου έλεγα ψέματα.Και κάτι τέτοιο δεν θα το ήθελα.Ποτέ δεν το έκανα.Πάντα με αλήθειες σου μιλούσα.Έτσι έμαθα να πορεύομαι.Έτσι θα συνεχίσω.Κι ας πληρώσω το τίμημα.Που αισθάνομαι ήδη ότι έχει ξεκινήσει.
Όποιο κι αν είναι αυτό. Ακόμη και να σε χάσω για πάντα απ΄τη ζωή μου.Μα πάντα θα σε κουβαλάω μέσα μου.Πάντα θα είσαι ένα κομμάτι μου.Fuck,πρόλαβες και έγινες βλέπεις...
Μα κι αν γίνει,αν χρειαστεί να πληρώσω,τούτο μόνο θα ζητούσα για τελευταία χάρη...






Καλημέρα...








Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Θα΄θελα.. κι ας ξέρω






Πως δεν μ' αγάπησες το ξέρω
κι ας ταξιδέψαμε μαζί.
Με γκρίζο και με θαλασσί,
εκεί που τ' όνειρό σου ζει
κι η φλέβα σου κρυφή πατρίδα,
πως δεν μ' αγάπησες το είδα...

Όμως εγώ...

Θα 'θελα να 'σουνα εδώ σαν προσευχή σα φονικό
να σε δικάζω και να σε παρηγορώ
Θα 'θελα να 'σουν μυστικό στην ενοχή σου να κρυφτώ
να σου ξεφύγω και μπροστά μου να σε βρω...

Το ξέρω...

Πως δεν μ' αγάπησες το ξέρω,
μα δεν σου το 'δειξα γιατί
ήταν η θάλασσα ζεστή
κι εγώ καράβι από χαρτί
να λιώνω στον υγρό σου πόθο,
πως δεν μ' αγάπησες το νιώθω...


Θέλω να σου στείλω μια λευκή κόλλα χαρτί,

(λευκή αυτή τη φορά)

Γιατί...

Ξεχείλισα απ' όσα έχω μοιραστεί
κι ένιωσα λειψός μ' όσα έχω κρατήσει
με ψάχνει ό,τι έχασα κι εγώ
στριφογυρνώ χαμένος μέσα σ' ό,τι έχω κερδίσει...

Κι εγώ καΐκι που ερωτεύτηκε μαζί σου να πνιγεί
απόψε ταξιδεύω στα νερά σου...

Θα 'θελα να 'σουνα εδώ...

Κι ας


το ξέρω,πως δεν μ' αγάπησες
ούτε με πίστεψες ποτέ
Λέξη μην πεις κι ας υποφέρω...


Πως δεν μ΄αγάπησες το ξέρω

μα θα΄θελα να ΄σουνα εδώ...

(Και έτσι παιδιάστικα και αμήχανα

θα σου έλεγα πως ...

Θέλω ακόμα μια βόλτα...)



Καληνύχτα...

(Ένα "παιχνίδι",με δυο αγαπημένα τραγούδια του Χρήστου Θηβαίου.Που στην ουσία μόνο "παιχνίδι" δεν είναι.Μόνο αλήθεια.Μόνο...)

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008

Αυτό που ξέρω...






"Πάψε να ψάχνεις λόγο και σκοπό

σε ό,τι κάνω και ό,τι πω

ούτε που ξέρω γιατί σ΄αγαπώ

κι όμως μπορώ για σένα να κοπώ

και σαν τσιγάρο να καώ."


(Μπ. Στόκας:Μη με φοβάσαι)

Νύχτα περίεργη.Αλλόκοτη.Ο χρόνος,οι ώρες κυλάνε αργά.Βασανιστικά.Δεν είναι περίεργο αλήθεια;Άλλες φορές να βιάζεται και συ ανήμπορη να τον παρακαλάς για λίγο ακόμη να σταθεί.Ξοπίσω του να τρέχεις και να μην μπορείς να τον φτάσεις.Να σε προσπερνάει και αλήτικα να σου βγάζει τη γλώσσα, προκαλώντας σε.Ασθμαίνεις μα δε σκέφτεσαι ούτε στιγμή να παρατήσεις αυτό το ανελέητο κυνηγητό.Ελπίζεις πως μπορείς να τον κερδίσεις,να τον δαμάσεις.Έστω κι αν κατά βάθος ξέρεις πως χαμένο το ΄χεις το παιχνίδι.Τον ικετεύεις,του τάζεις.Να σε αφήσει...Μα δεν γίνεται.Νομοτέλεια,σου λέει.Έτσι είμαι φτιαγμένος.Να κυλάω,σαν νερό. Σαν χρόνος.
Μα όταν έρχονται στιγμές που θέλεις να περάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται,αυτός κωφεύει.Κάνει πως δε σε γνωρίζει.Σε απαρνιέται.Σε προκαλεί να γευτείς το μαρτύριο της αναμονής.Ερεθιστικός στέκει απέναντι σου και ηδονίζεται βλέποντας σε να παιδεύεσαι.Να αδημονείς για το ξημέρωμα...Οιηματίας και ιχνηλάτης της αγωνίας σου.Ας είναι.Πρέπει να του υποταχθώ.Να τον καλοπιάσω.Μήπως και τον ξεγελάσω.Αν τα καταφέρω.Αλήθεια πώς ανατρέπεις τον δυνάστη;Με τί μέσα πολεμάς τον τύραννο;Ξορκίζοντάς τον,κανακεύοντάς τον;Άστο.Χαμένος κόπος.Δεν ωφελεί...
Αφουγκράζεσαι,σκέφτεσαι.Θυμάσαι,νοσταλγείς.Φοβάσαι.Λέξεις και εικόνες στήνουν τρελλό χορό μες το μυαλό σου.Πρόσωπα και στιγμές που μαζί τους μοιράστηκες,σε περικυκλώνουν.Στην κάφτρα απ΄το τσιγάρο καις όλες σου τις αμφιβολίες.Τις δικές σου ή των άλλων;Δεν έχεις ενοχές,δεν αισθάνεσαι άβολα.Τώρα πια ξέρεις.Ό,τι έχεις πει,μόνο αλήθεια είναι.Αυτό που έχεις νιώσει.Ό,τι η καρδιά σου σου υπαγόρευσε.Κι ας σε πήγε σε λάθος μονοπάτια.Και ας σε αμφισβήτησαν.Ας σε φοβήθηκαν.Ας μη σε πίστεψαν.Ούτε τότε.Ούτε τώρα.Ίσως ποτέ να μην...Δεν πειράζει.Δικαιολογείς.Για πόσο;Για όσο..Οσο μπορείς,αντέχεις.Για πάντα...
Τί λέξη κι αυτή.Πόσο κρατάει ένα "για πάντα;" Μέρες,μήνες,χρόνια;Μια ζωη;Θα σε αμφισβητήσουν.Πάλι και πάλι.Δεν υπάρχει τέτοια λέξη,δεν μπορείς να τη λες.Αφού όλα ρευστά και ευμετάβλητα είναι.Σαν τη Ζωη,που δεν ξέρεις τί σου ξημερώνει.Αλήθεια,τί θα φέρει το ξημέρωμα;Η νεα μέρα που σε λίγο θα χαράξει;Άγνοια δηλώνεις.Για πολλοστή φορά.Ίσως τούτη δα την ώρα,περισσότερο απο ποτέ.Για το αύριο,το τώρα,το τότε.Μα πόσο θα ΄θελες να ξέρεις.Και συ,έστω για μια φορά.Τελευταία."Ζήτησε,απαίτησε",μια φωνή στριγγλίζει μέσα σου."Έχεις το δικαίωμα.Σου του οφείλουν.Όποια κι αν είναι η απάντηση". Δεν το κάνεις.Κι ας το θες.Δεν εκβιάζεις καταστάσεις,συναισθήματα.Ούτε καν τώρα,που ίσως πιότερο απο ποτέ φοβάσαι.Γιατί ή τί; Άστο καλύτερα...
Στο cd player εδω και ώρα η ίδια μουσική.Preisner.Τα καλύτερα του.Σε ρίχνουν.Σε μελαγχολούν.Περισσότερο.Μα κολλάς σε τέσσερα.Repeat.Ασταμάτητα.Θες να τ΄ακούσεις;Αφιερωμένα λοιπόν.Έχει νόημα άραγε;


Damage


Homecoming


Les Marionnettes


Conte d' amour


Δυσκολεύομαι να επιλέξω.Διάλεξε,όποιο σου αρέσει καλύτερα.Αυτό θα σας έλεγα.Θα σου έλεγα...
Και κράτα το.Σα δώρο απο μένα.

Εγω δεν ξέρω ποιό είναι καλύτερο.

Το μόνο που ξέρω είναι πως,

Αργεί να ξημερώσει...

Οτιδήποτε άλλο,ίσως και να μην έχει σημασία.Και ας ξέρω...

Καληνύχτα...

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Αν ήσουν εδω...






«Είμαι εδώ και είσαι εκεί
εγώ στη δύση κι εσύ στην ανατολή
είμαστε στίχοι που δε χώρεσαν
μαζί στη μουσική»
(Π.Γαϊτάνος:Στο κάστρο το παλιό)

Αν ήσουν εδω απόψε,αν σε είχα... να σου μιλούσα ήθελα.
Για τις πιο κρυφές και μύχιες σκέψεις μου,
Τα θέλω και τα μπορώ μου.
Τα αδιέξοδα και τις αδυναμίες μου,
Τις αμαρτίες,τα λάθη και τα πάθη μου.
Τις πλάνες και τις αλήθειες μου.
Για τις παλιές αγάπες και τους νέους μου έρωτες,
Τις αγωνίες και τις ανάγκες μου.
Τις ενοχές και τις ψευδαισθήσεις μου,
Την πίστη και την απιστία μου.
Για τον παράδεισο που κρύβεται μέσα μου μα και την κόλαση,

Το Θεό που πιστεύω μα και τον Πέτρο που Τον απαρνιέται.
Για τα ταξίδια που ονειρεύομαι και τις Ιθάκες που με ξέχασαν,
Τις θάλασσες που με ξεβράσανε και τους λιμένες που με περιμάζεψαν.
Τα ναυάγια και τους θησαυρούς μου.
Για τα αόρατα και τα άφατα των ονείρων μου,
Τις μέρες και τις νύχτες μου.
Τα σοκάκια που περπάτησα και τις λεωφόρους που χάθηκα.
Για τις φωτιές που με κατακαίνε και τις καταιγίδες των λυγμών μου,
Τις ηδονές των θελημάτων μου και τον οργασμό του θυμικού μου.
Για τις ομορφιές που την ανάσα μού κόβουν και τους πειρασμούς που με δοκιμάζουν.
Τις παρορμήσεις και τους τυφώνες που μου γεννούν.
Τα κορμιά που σεργιάνισα και αυτά που με λάτρεψαν ή με πρόδωσαν.
Για τις μάχες που έχασα και τη σκανδάλη που δεν πάτησα.
Τα μονοπάτια του λογισμού μου και τις πυξίδες της ψυχής μου.
Τις λέξεις μου μα και τις σιωπές μου.
Τα σ΄αγαπώ που απο φόβο δεν τόλμησα και την άβυσσο που τα κατάπιε.
Για το θάνατο και την ανάσταση μου.

Αν ήσουν εδω,


αν σε είχα...


Καληνύχτα...



Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Ακριβή Ερωμένη...





"Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή,
αγέννητη η ζωή μ' ακολουθούσε.
Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική,
δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε,
μια θάλασσα μικρή μ' ακολουθούσε."
(Γ. Κότσιρας:Εφάπαξ)

Ήταν μια Γυναίκα διαφορετική απ΄όλες τις άλλες.Το χαμόγελο Της,η παρουσία Της,η αύρα Της,ολα συνηγορούσαν στο να μη μπορείς τίποτα άλλο να κάνεις παρά να Την θαυμάζεις και να Την ερωτεύεσαι.Στο πέρασμα Της σκορπούσε γοητεία και χάρη.Όλοι ήθελαν να βάλουν χέρι στο κορμί και στη ψυχή Της.Και προσπαθούσαν γι΄αυτό.Με κάθε τρόπο.Εκείνη έδινε μια εικόνα αντιφατική:της εύκολης και συνάμα εκλεκτικής.Μπορούσε με την ίδια ευκολία να δοθεί και να απαρνηθεί τον οποιοδήποτε.Να τον πεθάνει και να τον αναστήσει.
Την ερωτεύτηκα αυτήν τη Γυναίκα.Με την πρώτη ματιά.Απο την πρώτη επαφή,απο το πρώτο άγγιγμα ήξερα πως Την ήθελα δικιά μου.Να Την κοιμηθώ,να Την ξελογιάσω,να Την κάνω να μ΄ ερωτευθεί.Να μ΄ αγαπήσει.Όπως εγω, οσο κι αν ακούγεται περίεργο ή πρόωρο.Την ήθελα δικιά μου.Αποκλειστική.Μα ήξερα πως κάτι τέτοιο φάνταζε ακατόρθωτο.Σχεδόν αδύνατο.
Μου το΄χε δηλώσει απ΄την πρώτη στιγμή.Δεν το μπορούσε.Ή δεν το ήθελε;Αυτό μου πήρε χρόνο να το καταλάβω.Είχα την αίσθηση πως έπαιζε μαζί μου.Ερχόταν και έφευγε όποτε ήθελε,με την ίδια ευκολία.Εκεί που νόμιζα πως σε καλό δρόμο είμασταν,εκεί κάποια αβλεψία δική μου και Την έχανα.Εξαφανιζόταν για καιρό απ΄τη ζωη μου.Την έψαχνα,προσπαθούσα απεγνωσμένα να Την κάνω να αλλάξει γνώμη.Χρησιμοποιούσα ολα τα μέσα,θεμιτά και μη.Την εκλιπαρούσα να με συγχωρέσει και να μου δώσει μια ακόμη ευκαιρία για να Της αποδείξω τον έρωτα μου.Την λατρεία που Της είχα.Μ΄αντιμετώπιζε ψυχρά,σχεδόν αδιάφορα.Λες κι ολα οσα είχαμε ζήσει,να μη μετρούσαν.Λες και τα όνειρα που είχαμε χτίσει ήταν πυργάκια στην άμμο που τα παράσερνε το πρώτο κύμα.Απογοητευόμουν.Δεν μου έκανε αίσθηση το παραμικρό.Αδιαφορούσα για ολα.Μοναδικός σκοπός και στόχος μου ήταν να Την ξαναφέρω πίσω.Να Την ξανακερδίσω.Να Την μάθω πάλι απ΄την αρχή.Να Την ερωτευθώ ξανά και ξανά και να Την κάνω να μ΄αγαπήσει κι Αυτή.Λαχταρούσα τη ζεστασιά που τώρα μου στερούσε.Ανεχόμουν τον κυνισμό Της.Με κατηγορούσε κάποιες στιγμές οτι Την καταπίεζα,Την έπνιγα.Οτι ήμουν ανυπόμονα βίαιη και γι΄αυτό καταστροφική.Έψαχνα να βρω φτηνά υποκατάστατά Της,μα εκείνη δεν είχε όμοια.Ούτε καν ρεζέρβες.Μάταιος κόπος.Ζητούσα συνεχώς εξηγήσεις και αποδείξεις.Και σαν δεν αποκρινόταν θύμωνα.Έτοιμη να Την απαρνηθώ και απ΄τη ζωη μου να Την εξορίσω.Να Την αφανίσω και στην ανυπαρξία να Την παραδώσω.Απο φόβο,απο πείσμα.


Άλλες φορές πάλι ήταν Εκείνη που μ΄έψαχνε.Εκεί που το΄χα πάρει απόφαση,πως το παιχνίδι ήταν χαμένο,ξάφνου γυρνούσε και με γύρευε από μόνη Της.Μου έλεγε πόσο πολύ Της είχα λείψει και πως δεν μπορούσε άλλο μακρυά μου.Μου έκανε ολα τα χατήρια και με κακομάθαινε όπως τα παιδιά.Δεν έφευγε στιγμή απο δίπλα μου και μου δινόταν κάθε φορά με έναν τρόπο πρωτόγνωρο,που όμοιο του δεν είχα ξαναζήσει.Έτσι που η μια στιγμή έρωτα μαζί Της να μην μοιάζει με την επόμενη.Ασελγούσε πάνω μου και εγω επιζητούσα την ηδονή Της.Έπινα τους χυμούς Της και μεθούσα απ΄το νέκταρ τους.Δεν προλάβαινα να Την χορταίνω.Ξανά και ξανά ήθελα να χάνομαι μέσα Της,στην αγκαλιά Της.Ήταν ακριβή μου Ερωμένη και πολύτιμη Αγαπημένη. Την άφηνα να με ξεναγεί σε τόπους μυστικούς και υπέροχους.Πλανευόμουν μαζί Της και επεδίωκα,επιθυμούσα την αποπλάνηση μου..
Δεν Την άλλαζα με τίποτα και για οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.Την ποθούσα απεγνωσμένα και το ήξερε.Και Της αφηνόμουν.Με έπαιζε κατά πως ήθελε Αυτή,μα δεν με ένοιαζε.Αρκεί που ήταν πάλι δική μου.Κι ας ήξερα πως δεν θα κρατούσε για πολύ.Μόνο να Την βλέπω να κοιμάται πλάι μου,μετά απο στιγμές έρωτα.Να ακούω την απαλή Της ανάσα,καθώς Την είχα αγκαλιά μου.Γυμνή και πλήρως παραδομένη.Όμως πολλές φορές ντρεπόμουν γι΄αυτές μου τις επιθυμίες και προσπαθούσα να τις καταπνίξω.Φοβόμουν τις αντιδράσεις Της.

Μπλέχτηκα στα δίχτυα Της και έπαθα εμμονή μαζί Της.Κι ας ήξερα πως ερχόταν σε μένα μόνο για να πάρει και σπάνια να δώσει.Απρόθυμη ήμουν να δω την αλήθεια που βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου.Θα μπορούσα άραγε να την αντέξω;Είχε καταλάβει πώς χτυπούσε η καρδιά μου γι΄Αυτήν;Αν μπορούσε να αφουγκραστεί τους παλμούς μου μπορεί και να τρόμαζε.Να μην το άντεχε.Να μην με άντεχε...
Φοβόμουν να πω οχι στις προσταγές Της απο φόβο μη με κρίνει ανάξια Της.Και έτσι χωρίς σωσίβιο,χωρίς μπουκάλες οξυγόνου βουτούσα στα βαθιά.Μόνο γι΄Αυτήν,μόνο για χάρη Της.Και ας ήξερα πως αυτή η ελεύθερη κατάδυση,μπορεί και να κόστιζε την ίδια μου τη ζωη.

Τώρα πια συμφιλιώθηκα μαζί Της.Δεν Τη φοβάμαι.Δεν Της ζητάω εξηγήσεις.Περιττές και μάταιες είναι.Μπορώ και Την απολαμβάνω κάθε ωρα και στιγμή.Ξέρω πως Εκείνη στην πραγματικότητα ποτέ δεν με είχε απαρνηθεί.Δικό μου ήταν το λάθος.Την νιώθω να απλώνεται μέσα μου και να καταλαμβάνει κάθε μου μόριο.Να αναδύεται απο τους πόρους του δέρματος μου.Μπορώ να Την κοιτάξω στα μάτια και να δω τις πυρκαγιές που είναι έτοιμη να μου ανάψει.Η ύπαρξη Της,αφού Την κατανόησα,γέμισε νόημα και εικόνες τη δική μου.Χρώματα και αρώματα ακριβά.Πολύτιμα.Τόσο που μερικές φορές δεν θέλω να τα μοιραστώ.Ούτε να τα κοινωνήσω.Την δέχομαι όπως ακριβώς Αυτή θέλει να είναι.Απλή μέσα στη συνθετότητά της.Με χαρά άρρητη,ανεκλάλητη.
Την αγαπάω χωρίς πώς και γιατί.Χωρίς όρια και μέτρα ανθρώπινα,συμβατικά.Την εμπιστεύομαι και αφήνομαι σ΄Αυτήν.Αφήνομαι να με τυλίξει στα πέπλα Της και να με ντύσει τις ομορφιές Της.Στη γοητεία και στη μαγεία Της.Στη φωτιά Της.Στην άγνωστη γη Της να με ταξιδέψει.Να δανειστώ τα μάτια Της και ολα καθάρια να τα δω.Στο τραγούδι Της .Και δεν με νοιάζει αν ο πόθος μου αυτός με αφανίσει.Ο,τι κι αν γίνει κερδισμένη θα λογίζομαι.
Την αγαπάω γιατί μ΄αγαπάει.Τώρα πια το ξέρω.Απο πρίν.Προτού ακόμη Την συναντήσω.Δεν το ήξερα μα τώρα το κατάλαβα.
Κυρά μου και Αφέντρα ακριβή.Ερωμένη πολύτιμη.Την λαχταράω και Την επιθυμώ.Της το λεω κάθε στιγμή,κάθε λεπτό.Χωρίς φόβο και αγωνία.Απλά,οσο πιο απλά γίνεται.
Τώρα πια δεν νιώθω καμιά ενοχή για τις επιθυμίες μου.Έτσι μου έμαθε Αυτή.Να τις εκφράζω ελεύθερα.Και ό,τι γίνει.Όπου με βγάλει.Σαν σε μάχη να με στέλνει χωρίς να ξέρω το γιατί...

Το όνομα Της;

Ζ Ω Η

Καληνύχτα...


(υ.γ. Άλλη μια φορά οι λέξεις σου,μα πάνω απ΄ολα η σκέψη σου, "ήρθε " και με βρήκε την κατάλληλη στιγμή.Όταν την χρειαζόμουν.Κι ας μην το ήξερες.Σ΄ευχαριστώ.Ξέρεις εσύ...)

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Απρόσμενο...










Δύσκολη η νύχτα,μα ξάφνου ομόρφυνε.
Αναπάντεχο το δώρο σου...
Όμορφες οι λέξεις σου...
Σαν καλοκαιρινή μπόρα,μέσα στον καύσωνα που ζω, ήρθαν να με δροσίσουν...

Τα δικά μου,δεν ξέρω αν είναι όμορφα,
μα είναι αγαπημένα.Πολύ..
Και αυτό νομίζω αρκεί...

Αφιερωμένα,

Για σένα...

Καλημέρα...

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Ποιός νοιάζεται;





«Απόψε είμαστε κι οι δυο μας σιωπηλοί
ακόμα και οι λέξεις φοβήθηκαν τα χείλη
το ξέρω θα μου δώσεις ένα φιλί
και θα μου πεις να μείνουμε δυο φίλοι.
Δε θέλω να 'μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί
Θέλω να μη θυμάμαι
κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή
Θέλω ένα όνειρο μονάχα να 'ναι
κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί
για να μου πεις να μη φοβάμαι
Δώσ' μου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί
και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο
και φύγε μη γυρίσεις να με δεις
δε θέλω να με βλέπεις να πονάω»
(Νίκος Παπάζογλου:Απόψε σιωπηλοί)

Δε με χωρούσε ο κόσμος σήμερα.Ξένο το σώμα κι οι αισθήσεις.Συλημένος ναός η ψυχή.Αφέθηκα στον ήλιο.Στα χάδια του,μήπως και με ζεστάνει.Ήλιος ψεύτης.Ήλιος θάνατος.Επιδερμικά να σ΄ακουμπάει και να σε καίει.Μέχρις εκεί.
Γκρίζο φανελάκι και ξεβαμμένο τζιν.Για που το ΄βαλες καρδιά μου με τέτοιο καιρό; Έτσι γυμνή και ανυπόδητη;Σιγά,και τί έγινε μικρή μου;
Ποιός νοιάζεται...;
Είσαι ζαλισμένη.Τί να φταίει;Ο ήλιος,τα ούζα που έπινες μέχρι πριν λίγο στην Καισαριανή ή οι κουβέντες που σου είπαν;
Ποιός νοιάζεται...;
Γυρνάς σπίτι.Κάνεις ένα γρήγορο ντους,ετοιμάζεις καφέ,βάζεις κλιματιστικό.Διαβάζεις τους φίλους σου.Ολα καλά και σε τάξη.Εσύ είσαι σε αταξία,το μυαλό σου.Μιλάς στο τηλέφωνο,στέλνεις μηνύματα.Άλλοι σου απαντούν,άλλοι οχι.
Ποιός νοιάζεται...;
Φεύγεις.Χωρίς προορισμό,χωρίς προοπτική.Στο έτσι.Που θα πας;Δε ξέρεις.Μπαίνεις στο πρώτο ταξί που συναντάς.”Πού πάμε”,σε ρωτάει ο ταρίφας."Μακάρι να ξερα"απαντάς.Σε στραβοκοιτάει.Απορεί."Πλάκα.Δεν σου κάνω πλάκα.Εκεί πάμε."Επιτέλους πήρες μιαν απόφαση.Πρόσεξε,μπορεί και να μετανιώσεις.Σιγά.
Ποιός νοιάζεται...;
Περιπλανιέσαι.Ποτέ δεν κατάφερες να την μάθεις.Πάντα χάνεσαι στα στενά της.Απο πού πάνε για πού;Δεν σε νοιάζει.Έτσι χύμα.Κάθε φορά να χάνεσαι στις εικόνες της και στις ευωδιές της.Να την ερωτεύεσαι ξανά και ξανά.Να την ανακαλύπτεις απ΄την αρχή.Σαν να κάνεις έρωτα για πρώτη φορά΄σαν να προσπαθείς να εξερευνήσεις ένα άγνωστο κορμί και να ιχνεύεις κάθε κύτταρο του.Μέχρι να το κατακτήσεις.Και μετά να το αφήσεις.
Ποιός νοιάζεται...;
Καφές freddo.Ως συνήθως.Στο χέρι.Την αράζεις σε πεζουλάκι.Καπνίζεις ασταμάτητα.Απο διπλανό τραπεζάκι κάποιος σε κοιτά επίμονα.Δεν δίνεις σημασία.Συνεχίζει,μέχρι που σε πλησιάζει.Να ενώσετε τους καφέδες,λέει.Αρνείσαι ευγενικά.Επιμένει.Αντιστέκεσαι.Το χαβά του.Φορτώνεις.”Fuck you,man” και φεύγεις.Σε κοιτάει αποσβολωμένος.Δεν περιμένει αντίδραση τέτοια.
Ποιός νοιάζεται...;
Μπαίνεις σε μια εκκλησιά.Εκεί που κάποτε γαλήνευες.Ανάβεις κερί.Νιώθεις το βλέμμα του Παντοκράτορα πάνω σου.Καρφωμένο.Σα να περιμένει να Του πεις.Σε ποιόν;Σ΄Αυτόν που «ετάζει νεφρούς και καρδιές;».Αφού ξέρει.Σε κοροϊδεύει και τούτος;Μέχρι κι ο Θεός μου με περιπαίζει,σκέφτομαι.Ο διάβολος βαφτίζεται για Θεός κι ο Θεός για διάβολος.Και τί έγινε;
Ποιός νοιάζεται...;
Η ωρα περνάει.Εξω απ΄το Σινέ Παρί κόσμος.Μιούζικαλ,παίζει."Μάμα μία".Ας το δω.Μόνη σου;Μόνη μικρή μου.Και τί έγινε;Κόβεις εισιτήριο.Θέλει πέντε λεπτά να ξεκινήσει.Ανάβεις τσιγάρο.Περιμένεις.Κάτι μέσα σου επαναστατεί.Δεν ξέρεις τί θες μου φαίνεται.Άκυρο,λες.Φεύγεις.Χαμένα λεφτά.Και;
Ποιός νοιάζεται...;
Τα βήματα σε φέρνουν στην αρχαία αγορά.Ανοίγεις μια μπύρα,κάθεσαι στο πεζουλάκι.Καπνίζεις.Μια γκόμενα σε πλησιάζει.Σου ζητάει τσιγάρο."Δεν καπνίζω",λες.Μαλακίες.Το πακέτο δίπλα σου.Απλώνει το χέρι.Παίρνει τσιγάρο."Μου επιτρέπεις,έτσι;Θες να μιλήσουμε;».Πετάς ένα ξερό οχι,δεν γουστάρω.Σε σέβεται.Φεύγει και σου δίνει ένα φιλί.Πεταχτό.Είναι δυνατόν;Σ΄άρεσε,μπορεί και να το΄χες ανάγκη,έστω και απο έναν άγνωστο,μα πάλι φέρθηκες απότομα.Ε,και;δεν θες παρέα.Μονάχη θες να είσαι.Δηλαδή δεν θες αυτό ακριβώς,αλλά τί μ΄αυτό;
Ποιός νοιάζεται...;
Σηκώνεις το βλέμμα.Τον βλέπεις να στέκεται απο πάνω σου.Φωτισμένος,σου στέλνει ενα φιλί και τη λάμψη του.Σαν να σου μιλάει.Και να περιμένει να του απαντήσεις.Αρχίζεις διάλογο μαζί του.Του λες ό,τι σε πονάει.Σου απαντά τρυφερά,παρηγορητικά.Σου ανοίγει την αγκαλιά του να σε κλείσει μέσα του.Αφήνεσαι.Σαν σε ακριβό εραστή και αγαπημένο.Και ας ξέρεις πως θα ζήσεις την τελευταία νύχτα μαζί του.Παραίσθηση ή πραγματικότητα;
Ποιός νοιάζεται...;
Λέξεις παίζουν παιχνίδια στο μυαλό σου.Τις ακούς,τις διαβάζεις."Να προσέχεις κοριτσάκι μου"."Θα σε σκέφτομαι"."Ποτέ ξανά." "Αδιαφορείς για τα πάντα." "Σε θέλω στη ζωη μου,σε νοιάζομαι.Πάντα με αγάπη σε σκέφτομαι." "Σύνελθε όσο είναι καιρός,πριν να΄ναι αργά." "Τόσο γρήγορα με ξέχασες;" "Δεν περίμενα κάτι τέτοιο απο σένα.Μπράβο σου.","Είσαι ευαίσθητος άνθρωπος.","Τίποτα δεν έχει αλλάξει." Πόσο εύκολα αρθρώνονται και πόσο δύσκολα εννοούνται;Και το πιο σημαντικό;κάποιες που θες να τις φυλάξεις σα θησαυρό και να τις πιστέψεις,πόσο εύκολα στην πράξη διαψεύδονται;
Ποιός νοιάζεται...;
Αρχίζεις ένα μονόλογο.Βγάζεις ολο σου το είναι,του καταθέτεις τη ψυχή σου,τα όνειρα,τις επιθυμίες,τις σκέψεις σου.Τους φόβους σου.Μιλάς ασταμάτητα.Δάκρυα αυλακώνουν το ζεστό σου πρόσωπο.Έχεις πυρετό.Ή νομίζεις.Απο μέσα σου έρχεται αυτή η φλόγα που σε καίει ή είναι απόρροια της απογευματινής περιπλάνησης;Δεν έχεις απάντηση.Ούτε που σε ενδιαφέρει στο κάτω-κάτω.Κάποιοι σε κοιτούν περίεργα.Ποιός ξέρει τί να σκέφτονται.Και τί έγινε;
Ποιός νοιάζεται...;
Τον αποχαιρετάς.Περιπλανιέσαι λίγο ακόμη.Επιστροφή στο σπίτι.Κανείς.Καλύτερα,σκέφτεσαι.Κάνεις ενα μπάνιο,μια μπύρα στο χέρι,ένα τσιγάρο.Βγαίνεις στο μπαλκόνι.Και τον ξαναβλέπεις.Μακρινός σού στέκει τώρα.Ακριβοθώρητος.Μα πάντα δικός σου.Μπαίνεις μέσα.Όντως έχεις πυρετό.Δεν γελάστηκες.Ψήνεσαι..
Ανοίγεις το τηλέφωνο,με μια μικρή ελπίδα.Κάποιος θα σε έχει ψάξει,δεν μπορεί.Κανείς.Παρά μόνο ενα απ΄τα πιο σημαντικά στη ζωη σου πρόσωπα.Έχει ανησυχήσει.Σε ακούει και ηρεμεί.Μαζί του κι εσύ.Α! και ενα μήνυμα στο msn.Να΄σαι καλά που με σκέφτηκες,λες.Και στέλνεις ένα φιλί.Λες και θα το πάρει.
Ποιός νοιάζεται...;
Κανείς άλλος.Τίποτα.Ούτε μια τόσο δα μικρή λέξη για σένα.Ένα σημάδι.Ένα κάτι τέλος πάντων.Να σου δείξουν πως νοιάζονται.Δε βαριέσαι.Σιωπή.Έτσι κι αλλιώς το ξέρεις.Αδιάφορη είσαι.Ή τουλάχιστον δεν σημαίνεις και πολλά γι΄αυτούς.Οσο κι αν άλλα σου λένε.Πως βιάζεσαι να βγάζεις συμπεράσματα.Πως κάνεις λάθος.Πως ίσως έτσι τους αποξενώνεις.Πως τους δημιουργείς άγχος.Πως προτρέχεις και σαν σου εξηγήσουν θα καταλάβεις.
Δεν πειράζει.Εσύ θα κάνεις πάντα αυτό που ξέρεις καλά,τόσα χρόνια τώρα.Οχι,οχι απο εγωισμό ή ξεροκεφαλιά.Καμία σχέση.Απλώς δεν ξέρεις να υπάρχεις αλλιώς.Κι ας μη σε καταλαβαίνουν.Κι ας σε παρεξηγούν.Και ας τους χάνεις στο τέλος-τέλος.
Μέχρι το τέλος θα την πας τη ψυχή σου.Και πιο κει.Αλλά και τί μ΄αυτό;

Ποιός νοιάζεται...;

Καλημέρα...






Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

Παραμυθένια Αλήθεια...






"Αν ζητούσες να 'ρθω
στο μικρό σου τ' αστέρι
αν μπορούσα να δω
της ψυχής σου τα μέρη
Θα νικούσα το εγώ
που εδώ με κρατάει
έναν κόσμο να βρω
και τους δυο να χωράει.
Στο μακρινό σου το αστέρι
να μου κρατάς σφιχτά το χέρι
μικρέ μου πρίγκηπα κοιμήσου
κι εγώ θα μείνω εδώ μαζί σου."
(Μάριος Φραγκούλης:Μικρός Πρίγκηπας)

"...Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας, αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους.
«Καλημέρα», είπε. Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα. «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα. Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του. «Τί είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος. «Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα. «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο. «Θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ καί θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...»
Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
«Καλημέρα», είπε η αλεπού.
«Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...» «Ποιά είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Είσαι πολύ όμορφη...» «Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού. «Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος...». «Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη». «Α! συγγνώμη» έκανε ο μικρός πρίγκηπας. Αλλά μετά απο σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;» (...) «Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς"». «Δημιουργώ δεσμούς;» «Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...» «Μπορεί», είπε η αλεπού. (...) Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σα φωτισμένη απ' τον ήλιο. Θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων που θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...»
Η αλεπού σώπασε καί κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα: «Σε παρακαλώ ...εξημέρωσέ με!», είπε. (...) Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης:
«Α!» είπε η αλεπού... «θα κλάψω».
«Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ' εξημερώσω».
«Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού.
«Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας.
«Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού.
«Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!»
«Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.» Μετά πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.»
Ο μικρός πρίγκηπας πήγε να δει τα λουλούδια (...) καί ξανάρθε στην αλεπού: «Αντίο» είπε. «Αντίο», είπε η αλεπού.
«Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.»
«Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.»
«Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου...», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...»
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται...."
(Antoine de Saint Exupéry:Ο Μικρός Πρίγκηπας)



Αφιερωμένο...
Σε σένα,που μου έδωσες την έμπνευση μιας και δεν κατάφερες μέχρι τώρα να το διαβάσεις ολόκληρο.
Το πιο αγαπημένο μου κομμάτι απ΄ολο το βιβλίο.
Μια απ΄τις πιο μικρές μου αλήθειες...

Καληνύχτα...

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Θυμός ήταν...






«Δεν ξαναμπαίνω σ΄αυτήν την πλάνη,να γίνω κάτι που το πετάς.
Και θα πετάξω στη φωτιά,τα άδικα τα λόγια.Δεν ξαναγίνομαι γιορτή των αλλονών.
Τ΄ορκίζομαι στον ουρανό,που μ΄αγκαλιάζει χρόνια...»
(Τάνια Τσανακλίδου:Τετάρτη Βράδυ-Κόκκινο Βαθύ)


Ήταν μέρες τώρα που είχε μια άσχημη διάθεση.Κοιμόταν και ξυπνούσε με μια περίεργη γεύση.Πικράδας και... Κάποιου άλλου συναισθήματος που δεν,δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.Τα πάντα την άφηναν αδιάφορη.Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει ένα βιβλίο,αρνιόταν πεισματικά να κάνει πράματα που άλλοτε τα αποζητούσε με μανία.Τί να συνέβαινε;
Μήπως είχαν αρχίσει να ξυπνούν οι παλιοί της δαίμονες και της έστηναν πάλι καρτέρι;Μήπως να ΄φταιγε το γεγονός οτι είχε κουραστεί και ήθελε επειγόντως διακοπές;Ή μήπως ήταν κάτι άλλο που,επιμελώς,προσπαθούσε να απωθήσει και να το θάψει οσο πιο βαθιά μπορούσε;Ήταν κι αυτός ο πόνος στο χέρι που ολοένα και τις τελευταίες μέρες χειροτέρευε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.Ούτε καν να πιάσει το μολύβι να γράψει.


Το προηγούμενο βράδι δεν είχε κοιμηθεί καθόλου.Εφάρμοσε όλες τις πρακτικές και τις μαγγανείες που ήξερε προκειμένου,έστω και για μισή ωρα,να καταφέρει να κλείσει τα μάτια.Χαμένος κόπος.Και αποτέλεσμα;Μηδέν.
Το πρωί αποφάσισε μια βόλτα στο κέντρο,έτσι,μήπως και της έφτιαχνε η διάθεση.Δε μπορεί,θα αποξεχνιόταν λίγο και που ξέρεις,μπορεί και να επέστρεφε ελαφρύτερη.Για άλλη μια φορά,ούτε κι αυτό βοήθησε.Ο κόσμος που περνούσε δίπλα της,της προκαλούσε εκνευρισμό.Δεν άντεχε το βουητό και την άσκοπη περιπλάνηση.Ήταν στον κόσμο της χωρίς να είναι."Δώσε μια μικρή βοήθεια για το παιδάκι μου».Κάποιος επαίτης την παρακαλούσε."Βρε δεν πα να ...Fucking idiot»του απάντησε και προσπέρασε.

Αποφάσισε να προστρέξει στην καλύτερη της φίλη.Ήξερε οτι αυτή θα την καταλάβαινε και οτι μαζί ίσως θα έβρισκαν τη λύση.Αλλά και εκεί θάλασσα τα έκανε.Μιλούσε απότομα,κοφτά,σχεδόν μονολεκτικά και ίσως-ίσως και επιθετικά.Η άλλη δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει.Την προκάλεσε με εκείνο τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε.Και τότε μίλησε.
Με λυγμούς σχεδόν παραδέχτηκε πως την είχε κουράσει η ολη κατάσταση.Πως αυτή η αναμονή την είχε τσακίσει και πως ένιωθε οτι είχε υπερβεί τα όρια της.Ποια;Αυτή που έλεγε πως τα όρια είναι για να τα υπερβαίνουμε.
Μα πάνω απ΄ολα έβγαλε θυμό.Θυμό μαζί με παράπονο και θλίψη.Για όλους όσους πέρασαν απ΄τη ζωη της και προσπέρασαν.Δεν την ένοιαζε τόσο αυτό,οσο ότι ποτέ δεν κατάλαβαν.Δεν κατάλαβαν τα θέλω της,τα όνειρα της,τις επιθυμίες της.Απλώς της ζητούσαν χρόνο,της έταζαν,της υπόσχονταν ότι όλα θα πάνε καλά.Ότι νοιάζονταν γι΄αυτήν και την αγαπούσαν.Να μην ανησυχούσε για τίποτα.Και μετά...Χωρίς καμία εξήγηση την άφηναν στην άκρη.Λες κι η ψυχή της,τα αισθήματα της ήταν ένα παιχνιδάκι που μπορούσε ο άλλος να το χρησιμοποιεί κατά πώς ήθελε.Κατά πώς τον βόλευε.Όποτε ήθελε.Κι αν ήθελε.Και τα λόγια που είχε ακούσει.Λόγια,λόγια,λόγια...Και ακόμη κάποιοι είχαν το θράσος να τα επαναλαμβάνουν.
Πού ήταν λοιπόν όλοι αυτοί όταν τους χρειάστηκε;Όταν κάποιες στιγμές απεγνωσμένα τους άπλωσε το χέρι για βοήθεια;Όταν τους ζήτησε να την στηρίξουν και να μην την αφήσουν να ναυαγήσει;Πουθενά.Οχι,ήξερε πως τις μάχες τις δίνει ο καθένας μόνος του.Και ή τις κερδίζει ή τις χάνει.Σύντροφο έψαχνε κι οχι καθοδηγητή.Μια αγκαλιά να μπορεί να αφεθεί,να λυγίσει,να ονειρευτεί ξανά.Να "μιλήσει" με σιωπή.Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογηθεί.Να εξηγήσει...
Ναι,λοιπόν.Ήταν θυμωμένη.Οχι τόσο με τους άλλους οσο με τον ίδιο της τον εαυτό.Αυτή έφταιγε για ολα.Αυτή έδωσε δικαιώματα.Και τώρα,καλά να τα πάθει..
Είπε πολλά.Πάρα πολλά.Ένιωσε μια ανακούφιση να την πλημμυρίζει.Τουλάχιστον τώρα ήξερε.Και πρίν θα μου πεις,μα ίσως δεν τολμούσε να παραδεχτεί.Μα αυτή η γυναίκα πάντα είχε τον τρόπο της.Την ήξερε πια καλά.Και πάντα με αγάπη ήταν δίπλα της.Μπορούσε να της βγάλει ό,τι πολλές φορές δεν τολμούσε να σκεφτεί.Και ήξερε ότι της χρωστούσε πολλά....

Το ίδιο βράδι σπίτι της πια,μόνη θα αποζητούσε πάλι ένα χάδι.Μια αγκαλιά.Μια τρυφερή κουβέντα.Μα τώρα πια ήξερε.Απο πού δεν έπρεπε να τα ζητήσει.Οσο κι αν τα ήθελε,τα λαχταρούσε.Και αυτό θα την πονούσε,θα την πλήγωνε και θα την εξουθένωνε πιό πολύ και απ΄ την εξομολόγηση που είχε προηγηθεί.Κι ας ήθελε να ακούσει πάλι λόγια.Ποιός ξέρει;Ίσως αυτή τη φορά να τα εννοούσαν...


Άραγε θα τα κατάφερνε;







Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Καλοκαίρι και σ ΄ονειρεύομαι...









"Αν είν΄η αγάπη ένας ρυθμός που αλλάζει συνεχώς
το κορμί είν΄οδηγός.
Και σ΄αγαπώ κάτι βράδια σαν κι αυτά
κι είναι η νύχτα που γεννά την ανάγκη σου ξανά."
(Δήμητρα Γαλάνη:Και σ΄αγαπώ)



Μ΄αρέσει να σε ονειρεύομαι.Νύχτες καυτές,νύχτες καλοκαιριού...



Σαν έρημο-άνυδρη και βασανιστική.Ατελείωτη.Άγονη.

Ο ήλιος καυτός,φονικός.Να καίει το δέρμα μου.Κόκκοι άμμου να διαπερνούν κάθε πόρο του κορμιού μου.Να βυθίζομαι ολοένα και περισσότερο στους αμμόλοφους της ηδονής σου.Να διψάω και τίποτα να μη σβήνει τη δίψα μου.Πυρετός να με καίει και φωτιά στη μέσα μου φωτιά.


Σαν όαση-υγρή και ανακουφιστική.

Να βυθίζομαι στην υγρασία και τη δροσιά της.Φοινικιά το σώμα και νερό οι αισθήσεις.Κρουνός να ξεχύνεται ο πόθος και πηγάδι απύθμενο η λαχτάρα.Να πέφτω και να τσακίζομαι.Και κει να μένω.Κι ας πονάει το σώμα.Κι ας παραπονιέται.


Σα δίλημμα-που να μην ξέρω ποιό δρόμο να διαβώ.

Σε δίστρατα τα βήματα να οδηγούν και γητευτής να χρίεται η ανάγκη.Ξενιτείας σοκάκια το βλέμμα και εστία αποθυμιάς ο ψίθυρος της ανάσας.Ανοίκειος παράδεισος ή προσωπική,καταδική μου κόλαση;



Σα ναο-ιεροκτόνος και ιερουργός.

Προσκυνητής να σπεύδω να συλήσω τον οίστρο σου και οιωνοσκόπος να γενώ των πληγών σου.Διακονητής του μάταιου και διακορευτής των λογισμών σου.Ηνίοχος του ίμερου και πορθητής του αβάτου σου.




Έτσι σε θέλω...

Σ΄ονειρεύομαι...

Μια τέτοια νύχτα

Καλοκαιρινή

Καυτή...




Νυν και αεί....


Καληνύχτα...



υ.γ.Αγόρι μου γλυκό, ή αλλιώς Η., απο καρδιάς ευχαριστώ για τις λέξεις σου.Υπέροχο δώρο...












Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Πόσο;






"Μακάρι να΄ταν αλλιώς
Να ζεις για μια αλήθεια
χωρίς να υποφέρεις.
Μακάρι να΄ταν αλλιώς"
(Φ. Πλιάτσικας:Μακάρι να΄ταν αλλιώς)

Πόσο αντέχει ενα κορμί μακριά απ΄αυτό που λάτρεψε;
Μια ψυχή χωρίς ενα χάδι ακριβό;
Μια αγκαλιά άδεια ν΄απομένει;
Δυο μάτια χωρίς άλλα μάτια να αντικρύζουν;
Δυο ανάσες χωρίς ταίρι;
Μια λαχτάρα σαν δεν έχει πού να ημερέψει;
Ενα τραγούδι,μια ανάμνηση χωρίς τη δική της γη;
Όνειρα και δάκρυα,χαμένα και πικρά, κρυμμένα σε απατηλές σκιές;
Μια αλήθεια που φωλιάζει σε φτηνά υποκατάστατα;
Επιλογές που οδηγούν σε πλάνες;
Μια προσευχή που δε λεει να απαντηθεί;
Ενα όνειρο κλεμμένο απ΄το χρόνο;
Μια ελευθερία που αποζητά να σκλαβωθεί;

Αντέχει;


Καληνύχτα...

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Σκόρπια...






Είναι στιγμές που θες να γράψεις μα τίποτα δεν μπορείς.Προσπαθείς να συντάξεις λέξεις,μια πρόταση ολοκληρωμένη να βγάλεις μα δεν σου κάθεται.Εδω δεν μπορείς το λογισμό σου να τακτοποιήσεις,τα λόγια σε μάραναν.Ναι,αλλά το θες.Και τί κάνεις;
Τίποτα απολύτως.Ή εγκαταλείπεις την προσπάθεια ή γράφεις έτσι.Χωρίς θέμα,χωρίς σκοπό,χωρίς να ξέρεις γιατί.Χωρίς να απευθύνεσαι κάπου ή σε κάποιον συγκεκριμένα.
Το δεύτερο επιλέγω.Το αποτέλεσμα δεν το ξέρω.Έτσι λοιπόν κι όπου με βγάλει.
Σκέφτομαι λοιπόν πως μ΄αρέσει η νύχτα.Ξέρω, αμέτρητες φορές σας τοχω πει.Μ΄αρέσει όμως νύχτα να περπατάω σε στενά σοκάκια,εκεί στην παλιά Αθήνα.Αρχαία Αγορά,Αέρηδες,οδός Θόλου,Διόσκουρων,Ραγκαβά,Πανός και Τριπόδων.Να σηκώνεις το βλέμμα και να αντικρύζεις την Ακρόπολη και τον Βράχο.Τα λουτρά των Αέρηδων και το Φετιχέ τζαμί.Να σε προσπερνάει κόσμος,να σε σκουντάει και να μη σε νοιάζει.Να χεις δίπλα σου παρέα και να συ στον κόσμο σου.Οχι,αλήθεια σου λεω,καθόλου δεν με νοιάζει.Να κάθεσαι με μια μπύρα στο χέρι και να αγναντεύεις τη Στοα του Αττάλου.Εικόνες μαγικές,στιγμές ανεπανάληπτες που μόνο σαν τις ζήσεις μπορείς να καταλάβεις γιατί σου μιλάω.Λες κι είσαι σε έναν άλλο κόσμο.Αθωότητας,νοσταλγίας δεν μπορώ να το προσδιορίσω.Μόνο να το ζήσω.Και να το κλείσω μέσα μου.Αδύναμη να το κοινωνήσω.Δε βαριέσαι.Ίσως και να καταλάβεις.
Είμαι απρόβλεπτη,το ξέρω.Έρχομαι απο κει που δεν με περιμένεις.Και συ δεν...Το ξέρω.Εκπληξούλα λοιπόν.Μ΄αρέσουν οι άτιμες.Και τις γουστάρω.Να κάνω και να μου κάνουν.Κι η χθεσινή πολύ μου άρεσε.Όπως μ΄αρεσε και που είδα πρόσωπο απ΄το παρελθόν που΄χα πολύ καιρό να ανταμώσω.Όμορφο συναίσθημα.Μα δεν μπορώ ούτε αυτό να στο περιγράψω.Αρα; Αστοχία και πάλι.Μα αν τοχεις νιώσει,τα λόγια περιττά...
Νυχτερινές διαδρομές στην πόλη.Με τα παράθυρα ανοιχτά,με μουσικές αγαπημένες και ο αέρας να σου δροσίζει το κορμί και τη σκέψη που φλέγεται.Σε δρόμους άδειους,με ταχύτητες μεγάλες και συ να το απολαμβάνεις.Να μην θες να τελειώσει κι ας κοντεύει σε λίγο να ξημερώσει.Κι ας σου χτυπάει καμπανάκι ο οργανισμός σου.Εσυ εκεί,τα όρια σου να θες να ξεπεράσεις.Και τα ξεπερνάς.Μα δεν σε νοιάζει.Για μια φορά ακόμη.Γιατί το γουστάρεις.Γιατί ξέρεις πως είναι στιγμές δικές σου και θες να τις ρουφήξεις.Να μην τις χαλαλίσεις.Να τις αφήσεις να σε θέλουν δικές τους να σε κάνουν και να μην μπορείς να αντισταθείς.Οχι,οχι οτι δεν μπορείς.Απλά δεν θέλεις.
Άνθρωποι που δεν ανταμωθήκατε ποτέ κι όμως...Λες κι είναι κοντά σου,μαζί σου.Να εύχεσαι να τους είχες δίπλα σου.Κι ας μην τους ξέρεις.Κι ας μην σε ξέρουν.Κι ομως τους νιώθεις,τους σκέφτεσαι.Περίεργο;Ίσως.Τί να σου πω;Κάποτε μου είχαν θέσει μια ερώτηση:"πώς σκέφτεσαι κάποιον που δεν γνωρίζεις;"Καλά,ρητορική ήταν και την έθετε άλλοςΌύτε τότε ούτε τώρα εχω απάντηση.Δεύτερη φορά αλλά δεν...Συγγνώμη,αλλά αδυναμία και άγνοια δηλώνω.
Είναι κι αυτές οι μουσικές που δεν σ΄αφήνουν σε ησυχία.Σου αποσπούν τη σκέψη,σε ταξιδεύουν.Σε μελαγχολούν και σε κάνουν να ονειρεύεσαι ταυτόχρονα.Νότες και λόγια που ταχεις συνδέσει με συγκεκριμένες σου στιγμές.Με πρόσωπα.Με καταστάσεις.Αρρώστια τα τραγούδια.Μα τέτοιες αρρώστιες τις γουστάρω.Κι ας έχουν αργή ανάρρωση πολλές φορές.Ασε που μπορεί και να μην έχουν.Αδιάφορο.Αλήθεια σου λεω.Αν θες το πιστεύεις.
Θες να μάθεις και για κάποιους ανθρώπους.Αν είναι καλά.Και συ βρε άνθρωπε βρήκες τώρα να κλείσεις το κινητό;Άντε τώρα να περιμένεις ως το πρωί.Τουλάχιστον ελπίζεις πως καλύτερα.Αλλά άλλο αυτό κι άλλο να ξέρεις.Είναι το ίδιο;Οχι για πες.Σαφώς και δεν είναι.
Τί να σκέφτονται άραγε κάποιοι άνθρωποι για σένα;Σε θέλουν,σημαίνεις κάτι γι΄αυτούς;Μπορούν να σε καταλάβουν;Σε δικαιολογούν ή σε παρεξηγούν;Σ΄έχουν μάθει έστω και λίγο;Απορίες,πολλές.Και που ξέρεις,ίσως και να παραμείνουν τέτοιες.Ίσως κι οχι.Θα δείξει;Ναι,θα δείξει.

Αστο.Δεν βγάζει πουθενά.Δεν υπάρχει ειρμός,συνοχή σκέψης.Ασυναρτησίες.Χύμα και σκόρπια.Και πολλές φορές αυτό μπορεί να σε οδηγήσει χωρίς να το επιδιώκεις να γίνεις πιο συγκεκριμένος.Δεν το θέλω.Όχι απόψε Όχι τώρα.
Γιατί αισθάνομαι οτι τοχω.Και πρέπει να το κουμαντάρω.Οσο μπορώ και το ελέγχω.Ακόμη μπορώ.Μετά απο λίγο δεν ξέρω.
Και κλείνω έτσι.Απότομα.Χωρίς δεύτερη κουβέντα....

Καληνύχτα.

Υ.Γ Το τραγουδάκι αφιερωμένο.Μα κάνε πως δεν κατάλαβες.Αν δεν γουστάρεις.Κι αν πάλι ναι,πες το μου.Στο αλλού.Ξέρεις εσυ...

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

10+ 1 άχρηστα για μένα









Πριν μερικές μέρες με προσκάλεσε η Συβίλλα σε ενα παιχνιδάκι.Αν και ομολογώ πως δεν είμαι σε φάση για τέτοια,αποφάσισα να αποδεχτώ την πρόσκληση.Γιατί Συβίλλα είναι αυτή.Θες να βγάλει κάνα χρησμό περίεργο,και να με αποτελειώσει;Ασε καλύτερα.Δεν θα αντέξω κι άλλους!!!Αρκετά.
Πρέπει,λέει,να σας αποκαλύψω 10+1 πληροφορίες για μένα.

Μεταξύ μας;Νομίζω άχρηστες.

Λοιπόν,ξεκινάμε.


1. Τον τελευταίο καιρό καπνίζω πάααρα πολύ (βλέπε δυο πακέτα και...)και τρείς διαφορετικές μάρκες ταυτόχρονα!!!

2.Σιχαίνομαι το γάλα.Εχω να πιω απο τότε που τελείωσα το σχολείο.Βάλε με νου σου πόσα χρόνια....

3. Σε ηλικία πέντε χρονών είχα πιει...χλωρίνη.Δεν το συζητάμε.Εκεί να σε είχα...

4.Παλαιότερα έπαιζα μανιωδώς pacman και tetris.

5.Λατρεύω τις καλοκαιρινές συναυλίες....Χμ...Οχι πάντα τώρα που το ξανασκέφτομαι...

6.Αγαπημένος προορισμός η Μονεμβασιά,αν κι εχω να παω πολλά χρόνια,και το Παρίσι.

7.Εννοείται οτι λατρεύω μπύρα και κόκκινο κρασί.

8.Λατρεύω τα αρώματα και τα αλλάζω συχνά.Μα πάντα σταθερή αξία είναι το Rush,το Light Blue,το Angel και το Emporio Armani.

9.Άρχισα πάλι να ακούω ξένη μουσική,που για διάφορους λόγους την είχα απαρνηθεί.Όταν όμως μπλέκεις με "κακές" παρέες, να τι παθαίνεις!!!!

10.Ξοδεύω πολλά χρήματα για cd και βιβλία.


Και

+1 Η καλύτερη μου φίλη εχει πάντα μια φοβερή διαίσθηση και τις περισσότερες φορές,δυστυχώς,πάντα πέφτει μέσα.Φτου!!!

Αυτά είναι μερικά άχρηστα για μένα.

Ανασαιμιά μου, Κοπέλα μου, Ομπρελίτσα μου Φεγγαραγκαλιά μου,


Για να σας δω......






Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Πρό(σ)κληση...






"Παράφορη εποχή
κι η μέρα όμορφη
η μέρα δύσκολη
μια πρόκληση ζωής
αθάνατοι θνητοί."

(Σωκράτης Μάλαμας:Τίποτα δεν χάθηκε)

Απόψε λεω να σε προ(σ)καλέσω να κάνουμε μαζί ενα ταξίδι.Όχι,όχι απ΄αυτά που έχεις συνηθίσει.Σε ένα άλλο.Ίσως περίεργο,παράξενο,μα πίστεψε με όμορφο.
Τί θα έλεγες λοιπόν να συνταξιδεύσουμε;Εγω κι εσυ.Μαζί.Πλάι-πλάι.Χέρι με χέρι.Με το ίδιο βήμα.Ναι,ξέρω.Δεν σου είπα ακόμη το πού.
Ο κόσμος μου,η γη μου.Αυτός θα είναι ο προορισμός.Και έχω να σου δείξω πολλά.
Τα χώματα που μ΄αρέσει να βαδίζω και τα αρώματα που έκλεισα μέσα μου μυρίζοντας τα.Τις θάλασσες που με ταξιδεύουν και τα λιμάνια που με γαληνεύουν.Το αχ των τραγουδιών μου και τους λυγμούς των αναστεναγμών μου.Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και τον πυρετό της νύχτας μου.Τον αχο των λέξεων μου και την καρτερία των συλλογισμών μου.Το απόκρυφο ευαγγέλιο των αναμνήσεων μου και το ουράνιο τόξο των ονείρων μου.Το μαργαριτάρι των παραμυθιών μου και το καλειδοσκόπιο του χρόνου μου.Την ηχω της προσευχής μου και το απόδειπνο των θελημάτων μου.
Μα να ξέρεις.Θα σου δείξω κι άλλα.
Τα σκοτάδια του πόνου μου και την έρημο των δακρύων μου.Τον λαβύρινθο των επιθυμιών μου και τα ναυάγια των καραβιών μου.Την κραυγή της σιωπής μου και την αλφάβητο της λύπης μου.Τις ερινύες των πειρασμών μου και το ξελόγιασμα των δαιμόνων μου.Το ζόφο του χαμού μου και την πίκρα των ημερών μου.Την πτώση στη μοναξιά μου και το βάραθρο της ελευθερίας μου.Τα μαύρα φεγγάρια των ερώτων μου και την άβυσσο των αισθήσεων μου.

Αυτά, μα όχι μόνο,θέλω να σου δείξω στο ταξίδι μας αυτό.
Και σαν θελήσεις και ναι αποκριθείς,να μου το πεις.Να..Πάρε το χέρι μου.
Κι αν φοβηθείς και τ΄αρνηθείς,πάλι να μου το πεις.
Να σε δικαιολογήσω.Ναι.
Δεν πειράζει,να σου πω,και τη δίψα μου σε άλλες θάλασσες να σβήσω και την λαχτάρα μου σε άλλη γη να περπατήσω.
Μόνο στη πλάνη μη μ΄αφήσεις και στο μαρτύριο του καημού με παραδώσεις.
Απαρνήσου με καλύτερα μα μη με κουρσέψεις και τους θησαυρούς μου ακριβοπουλήσεις σαν λάφυρα στις αγορές του κόσμου...

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Έλα ,δεν είσαι πια παιδί...










"Δεν έχει η νύχτα απόψε νικητή
απόψε δεν πετύχαμε με βέλη την καρδιά μας
σαν κεραυνός με χτύπησες
κι εγώ σαν αστραπή
σαν όλα αυτά που ζήσαμε
να μην μετρούσαν για ζωή

Απόψε χάσαμε κι οι δυο
αυτός που φεύγει δεν νικά
πώς να στο πώ
κι αυτός που μένει δεν ξεχνά
πώς να στο πώ
απόψε χάσαμε καρδιά μου και οι δυο"

(Δ. Μητροπάνος:Απόψε χάσαμε κι οι δυο)

"Τελικά είχες δίκιο μάγκα μου.Πόσο δίκιο είχες.Με προειδοποίησες.Δεν γίνεται στην ηλικία σου να νομίζεις πως είσαι παιδί.Να νομίζεις πως επειδή πέρασες μια μέρα ηλιόλουστη,αυτό θα μπορεί να συνεχίζεται.Τί κι αν ένιωσες παιδί λοιπόν,σήμερα;Τί κι αν έκανες πράματα που υπο φυσιολογικές συνθήκες δεν θα μπορούσες;Τί κι αν έβγαλες τη γλώσσα στους μεγάλους;Τί κι αν κυλίστηκες σε παιδότοπους και σε παιδικές χαρές;Τί κι αν το άσπρο πουκάμισο γέμισε λάσπη και λερώθηκε,όπως τα ρούχα των παιδιών;Τί κι αν γρατζούνισες τα γόνατα και τα χέρια;Αυτά περνάνε,μάγκα μου.Για άλλα σε λυπάμαι.Για άλλες γρατζουνιές που σημάδι αφήνουν.Τί κι αν έκανες ζαβολιά και είπες πως γυρεύεις ιατρική συμβουλή απο τη φίλη σου,εντάξει οχι πως δεν την είχες ανάγκη,μα έμπασες τους καφέδες απ΄το παράθυρο για να μην σε δουν οι άλλοι και στα χώσουν και τότε τί θα έλεγες;

Δε μου λες μάγκα μου;Τα παιδιά πίνουν ούζα μέρα-μεσημέρι στην Καισαριανή;Καπνίζουν παθιασμένα όπως εσύ;Πίνουν τέσσερις καφέδες την ημέρα;Ξενυχτάνε μέχρι τις τρείς;Κάνουν έρωτα;Διαβάζουν τις δικές σου ασυναρτησίες;Μπαίνουν και βγαίνουν στο σπίτι τους όποτε γουστάρουν;

Όχι.Το ξέρεις πως όχι.Τα παιδιά ελπίζουν.Ονειρεύονται και τραγουδούν.Αγαπάνε και δικαιολογούν.Αρέσκονται να χάνονται σε αγκαλιές και να αποζητούν χάδια και φιλιά.Χτυπάνε,ματώνουν,πονάνε μα σε λίγο γελάνε..Κλαίνε και γελάνε ταυτόχρονα.Χαίρονται.Κάνουν νέους φίλους και δεν τους νοιάζει αν χάσουν τους παλιούς.Για λίγο ίσως μα μετά τους ξεχνούν.Γιατί ο νέος είναι ωραίος που λέει και το άσμα.Και κάθε μέρα αγαπάνε και ερωτεύονται άλλο παιδάκι.

Λοιπόν μάγκα μου;Εξακολουθείς να νομίζεις πως είσαι παιδί;Πως ολα τα ξεπερνάς ανώδυνα;Πως λες ενα δε σε νοιάζει και όλα καλά;Πως δεν σου καίγεται καρφάκι;
Ποιόν κοροϊδεύεις;Εσένα ή εσένα;Σε είδα και σε καμάρωσα πάλι...

Πάρτο απόφαση,μάγκα μου.Μόνο σε ένα ίσως παραμένεις παιδί.Στο οτι εξακολουθείς και εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους.Και τους δέχεσαι όπως είναι.Και τους δικαιολογείς.Ακόμη κι αν βλέπεις ότι δεν σε πάνε.Δεν σε γουστάρουν,βρε αδερφέ.Γιατί τους πέφτεις λίγος.Γιατί ό,τι ήταν να πάρουν στο πήραν και έτερον ουδέν.Σε χρησιμοποίησαν μάγκα μου και δεν το κατάλαβες.Ή αρνήθηκες να το παραδεχτείς.Γιατί νόμιζες πως οι άλλοι είναι σαν εσένα.Ειλικρινείς.Πως ό,τι έχουν να σου πουν θα στο πουν.Στα ίσα και χωρίς περιστροφές.

Σε γελάσανε μάγκα μου.Δεν είναι έτσι.Τα παιδιά είναι παιδιά.
Δεν είναι μαλάκες όπως εσύ.
Τα παιδιά καταλαβαίνουν.
Έπαιξες,έχασες και αυτό είναι ολο.
Παραδέξου το.
Με έπιασες τώρα;"

"Υ.Γ: Έκανες ένα λαθάκι,μάγκα μου.Τα παιδιά δεν δικαιολογούν.Τα παιδιά απαιτούν.Τα θέλουν όλα και τα θέλουν τώρα.Να γίνεται το δικό τους.Τη συγκεκριμένη στιγμή.Κι αν το αρνηθείς,σου κρατάνε μούτρα.Και ρωτάνε.Συνέχεια ρωτάνε να μάθουν.Έχουν απορίες.Και θέλουν να πάρουν απαντήσεις.Ζηλεύουν καμιά φορά και διεκδικούν την αποκλειστικότητα της αγάπης σου.Και αυτό στο θυμήσανε σήμερα.Γιατί ξεχνάς...

Συνεννοηθήκαμε ;"



Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Το μπλε που δεν ξέχασα






"Δες κι εσυ,κατάντησες σαν όλους κι εσύ.Η χρυσή της νιότης μου επανάσταση.
Κρίμα που δεν τόλμησες..."
(Χάρις Αλεξίου:Όλα θα΄χανε αλλάξει)

Ήταν ενα μαρτιάτικο πρωινό Κυριακής,πρίν πολλά-πολλά χρόνια.Ξύπνησε δύσθυμη,δεν ήθελε να αποχωριστεί την απαλή αίσθηση του πουπουλιένου παπλώματος της.Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως δεν γινόταν αλλιώς.Εξάλλου ήταν αυτή που θα συντόνιζε το αφιέρωμα για την ημέρα της Γυναίκας.Το πήρε απόφαση.Έπρεπε.Έκανε ενα βιαστικό μπάνιο,ήπιε καφέ και βγήκε.Ήταν κι αυτός ο πρόσφατος χωρισμός,βλέπεις,που της δημιουργούσε αλλόκοτα συναισθήματα.
Πήρε τη θέση της στο πάνελ.Έβλεπε φίλους και γνωστούς να φτάνουν,όταν ξαφνικά το βλέμμα της σταμάτησε σε εκείνον.Δεν έδωσε σημασία.Συνέχισε να διαβάζει το κείμενο της."Η θέση μου είναι εδώ,δίπλα σου;Βλέπω το όνομα μου.Είμαι ο Γιάννης ...Καλημέρα." Ένα ξερό ναι και μια μισή καλημέρα,απ΄αυτές που λες όταν δεν θες να δεις και να μιλήσεις σε άνθρωπο,ήταν η απάντηση της.Η εκδήλωση ξεκίνησε,όλα προχωρούσαν κανονικά.Καλύτερα απ΄ό,τι είχε φανταστεί.Απορροφημένη στις σκέψεις της,ούτε κατάλαβε πως έπρεπε να πάρει αυτή το λόγο.Της έπιασε απαλά το χέρι."Συγγνώμη αν σε ξυπνώ απ΄το ονειροπόλημα σου,μα πρέπει να συνεχίσουμε".Αυτό του το άγγιγμα αναστάτωσε όλες της τις αισθήσεις.Τον κοίταξε στα μάτια.Αυτά τα μάτια που δεν θα ξεχνούσε ποτέ."Γκρί μπλέ ή πράσινα ναναι;" αναρωτήθηκε."Ναι,φυσικά,συνεχίζουμε",απάντησε εμφανώς αμήχανα.
Η εκδήλωση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και εκείνη χάθηκε μέσα στους φίλους και τους καθηγητές της.Έψαχνε να τον βρεί.Μάταια.Λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε.Πέρασε ο καιρός,το συμβάν ξεχάστηκε,μα που και που θυμόταν αυτά τα μάτια.Τίποτε άλλο απ΄αυτόν,μόνο αυτά.Η ζωή της συνεχίστηκε κανονικά,το ίδιο ανιαρή και μονότονη.
Ένα ζεστό βράδυ του Ιούλη,αποφάσισε να επισκεφθεί τις εκδηλώσεις που διοργάνωνε ο δήμος που έμενε.Πολιτικοποιημένη καθώς ήταν,δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει τη συζήτηση που θα γινόταν.Ασε που μετά θα είχε και συναυλία με την Αρλέτα.Δεν θα το έχανε με τίποτα.Η φωνή του ομιλητή της φάνηκε γνώριμη,μα δεν ήταν σίγουρη.Και τότε τον είδε.Ρητόρευε με πάθος ενάντια στον πόλεμο και τους στρατούς του,που φυλακίζει τα όνειρα χιλιάδων νέων ανθρώπων.Τον ερωτεύτηκε.Απο κείνη τη στιγμή.Στο τέλος πήγε και τον βρήκε.Φύγανε μαζί και συνέχισαν τη βραδιά τους.Μέχρι αργά.Πρίν αποχωριστούν,έκοψε ένα κομματάκι χαρτί απ΄την εφημερίδα του και της έγραψε το τηλέφωνο του."Να τα ξαναπούμε,αν θες κι εσύ."
Τον σκεφτόταν μέρα-νύχτα.Τόλμησε και πήγε να τον βρεί στη δουλειά του.Ακολούθησαν πολλές τέτοιες συναντήσεις,με συζητήσεις διάφορες,μα πάντα με έναν ερωτισμό να πλανάται μεταξύ τους.Ενα βράδυ την προσκάλεσε σπίτι του.Της αποκάλυψε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της.Είπαν πολλά.Άνοιξαν τις καρδιές τους κι ήρθαν κοντά.Πολύ κοντά.Όχι,δεν έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ.Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έκαναν.Πάντα λίγο πρίν το τελευταίο βήμα,εκείνος έκανε πίσω.Το βλέμμα του σκοτείνιαζε και έπαιρνε εκείνο το άγριο βαθύ μπλέ-μαύρο της θάλασσας,λίγο πρίν ξεσπάσει η μανία της στα βράχια.Δεν ήθελε,λέει,να τη δεσμεύσει.Θα έφευγε φαντάρος σε δυο μήνες,εκείνη θα έδινε για δεύτερη χρονιά πανελλαδικές .Η σχέση τους ήταν εξαρχής καταδικασμένη.Με τον έναν εδω και τον άλλον αλλού.Δεν ήταν σωστό...
Προσπάθησε να τον μεταπείσει.Μάταια.Τον ικέτευε για μια νύχτα έρωτα,ολοκληρωμένου έρωτα μαζί του.Ανένδοτος.Είχε πάρει τις αποφάσεις του.Πάντα,τελευταία στιγμή,της αρνιόταν αυτό που λαχταρούσαν κι οι δυό.Να ενώσουν τα κορμιά τους,να κυλιστούν και να αφεθούν στο πάθος τους.Να γίνουν ένα...
Η στιγμή του αποχωρισμού δεν άργησε.Το τελευταίο βράδυ της έδωσε ένα γράμμα,με την παράκληση να μην αναφέρει το περιεχόμενο του πουθενά.Ήταν ό,τι καλύτερο του είχε τύχει,και κοίτα πως τα έφερε η ζωη...Οι μήνες περνούσαν.Τον έψαχνε απεγνωσμένα.Μάθαινε νεα του απο κοινούς φίλους,του έστελνε γράμματα.Μόνο σε δυο-τρια απάντησε.
Μια μέρα του Αυγούστου,πριν τα γενέθλια της την πήρε τηλέφωνο.Ήθελε να την δει.Μίλησαν για το τότε και το τώρα.Ήρθαν κοντά.Μα πάλι δεν έκαναν έρωτα.Όχι μέχρι τέλος.Και χάθηκαν.Άλλη μια φορά...
Ένα απόγευμα του Οκτώβρη της τηλεφώνησε.Είχε απολυθεί πια και κείνη είχε περάσει στη σχολή που ήθελε.Της ανακοίνωσε οτι είχε αρραβωνιαστεί και σε λίγο καιρό θα παντρευόταν.Όχι,ό,τι της είχε πει ήταν αλήθεια.Την αγαπούσε.Πάντα θα την αγαπούσε.Μα δεν ήταν μπορετό να είναι μαζί.Εκείνη "αρρώστησε".Ανήμπορη να αντιδράσει.Οι φίλοι της άρχισαν να ανησυχούν.Για άλλον άντρα βέβαια,ούτε που το συζήταγε.Της πήρε καιρό πολύ να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Τον έψαξε.Μετά απο τρία χρόνια τον βρήκε εγκατεστημένο στο νησί που καταγόταν.Τηλεφωνήθηκαν αρκετές φορές,μα πάντα στη φωνή του διέκρινε έναν τόνο μελαγχολίας."Εγκλωβίστηκα,της είπε την τελευταία φορά.Συμβιβάστηκα.Εγω ο επαναστάτης.Εγω που θα άλλαζα τον κόσμο..."Προσπάθησε να τον παρηγορήσει.Αδιέξοδο.Χάθηκαν.Οριστικά αυτή τη φορά.
Απο τότε πέρασαν δεκαπέντε χρόνια.Τον είδε σήμερα.Στο κέντρο.Κοντά στη παλιά του δουλειά,Αιόλου και Σταδίου.Μήπως έκανε λάθος;Μπα,όσα χρόνια και να περνούσαν,όσοι άντρες κι αν πέρασαν απ΄την καρδιά και το κορμί της,Εκείνον ποτέ δεν θα μπορούσε να τον λησμονήσει.Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο.Τα μάτια του,εκείνα τα μάτια που είχε λατρέψει,απέφυγαν να την κοιτάξουν."Συγγνώμη,σας πέρασα για μια παλιά φίλη",της είπε.Και συνέχισε το δρόμο του.Φοβισμένος,ένας ακόμη μέσα στους πολλούς.
Θέλησε να του φωνάξει,να τρέξει πίσω του,να τον αγκαλιάσει.Να του πει πως,ναι,ήταν αυτή.Αυτή που κάποτε τόσο αγάπησε."Έλα κοντά μου,έλα σε μένα.Να κάνουμε έρωτα,και έπειτα να σε κλείσω στην αγκαλιά μου και να μου τα πεις όλα.Τί σου ΄καναν μάτια μου,πες μου,και έγινες κάποιος άλλος;".Κάτι την κρατούσε καρφωμένη στο έδαφος και δεν την άφηνε να κάνει βήμα.Ώσπου τον έχασε.Μέσα στο πλήθος.Δεν τον ξεχώριζε πια..
Αργά το βράδι,σπίτι της,ξανάφερε στο νου της όλο το συμβάν.Άκουσε τον εαυτό της να ψιθυρίζει:"Καλύτερα.Καλύτερα έτσι.Που δεν έκανα και δεν είπα τίποτα.Θέλω να κρατήσω την εικόνα που είχα για σένα.Ρομαντικός,επαναστάτης,ονειροπόλος.Δεν θα άντεχα να δω πόσο λίγος έχεις γίνει.Εγώ άλλον αγάπησα.Άλλον.Όχι εσένα."
Σηκώθηκε,πήρε μια μπύρα,άναψε τσιγάρο και κάθησε στον υπολογιστή.Μα θυμήθηκε πάλι τα μάτια του."Άραγε τί χρώμα ήταν;Γκρί-μπλέ ή πράσινα;Ακόμη αναρωτιέμαι.Πάντα με μπέρδευαν."Πήρε τη μπύρα και τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι.Ήθελε να πάρει αέρα.Κοίταξε το φεγγάρι και σκεφτόταν....
Ναι,μπλέ ήταν τελικά...Και θυμήθηκε κάποια άλλα μάτια.Με το ίδιο ακριβώς χρώμα...
Και μελαγχόλησε...

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Ωδη για ενα χαμένο όνειρο...






"Κι αν έχεις τίποτα μαζί μου να συγκρίνεις
εδω να μείνεις,να το μάθουμε κι οι δυο..."
(Ελευθερία Αρβανιτάκη:Της καληνύχτας τα φιλιά)

"Συχνά ονειρευόμουν,
ονειρευόμουν ότι θα ζούσαμε πολύ,
πολύ καιρό μαζί.

Είχα ονειρευτεί το μοίρασμα
και τη χαρούμενη εγκατάλειψη
των ταξιδιών και των ανακαλύψεων.

Είχα ονειρευτεί ένα σπίτι
ανοιχτό στα αναπάντεχα γυρίσματα
των καιρών,
κήπους και γιορτές.

Είχα ονειρευτεί φυτέματα,
γωνιές μυστικές,σπάνια δέντρα
με σημασίες που μονάχα εμείς θα
γνωρίζαμε.

Είχα ονειρευτεί ακόμη μοιράσματα
απόκρυφα
γεμάτα ελευθερία.

Είχα ονειρευτεί πως θα γερνούσαμε μαζί,
θα περπατούσαμε,
και ο καθένας σεβόταν τον
ρυθμό του άλλου.

Ναι,είχα κάνει αυτά τα όνειρα,
Αλλά ήμουν ο μόνος που τα είχε ονειρευτεί..."

(Jacques Salome')


Μα το χειρότερο ξέρεις ποιό είναι;
Να ονειρεύονται κι οι δυο.Τα ίδια...
Μόνο που ο ένας δε θα το παραδεχτεί ποτέ...
Γιατί; Αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Που πονάει.

Πονάει πολύ,σου λέω...

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Alter ego






"Ό,τι μας δένει στα παλιά είναι οι κακές συνήθειες
το ΄νιώθω τώρα καθαρά πως είναι αργά γι΄αλήθειες"
(Μίλτος Πασχαλίδης:Κακές Συνήθειες)

"Σε βαρέθηκα πια.Με κούρασες,μ΄ακούς;Μια ζωη τα ίδια.
Μα σήμερα όμως με απογοήτευσες.Γιατί σου φαίνεται παράξενο ή παράλογο;Συ δεν είπες πως δε θα το ξανακάμεις;Πόσες φορές μου ορκίστηκες οτι ως εδώ΄πως θα ελέγχεις τις επιθυμίες σου;Οτι θα είσαι εγκρατής;
Και να πεις πως δεν ξέρεις;Πως δεν έχεις μάθει;Σου τα λένε συνέχεια,ξελαρυγγιάζονται.Σε παίρνουν με το καλό-τίποτα.Με το άγριο-τα ίδια.Εσυ εκεί.Μια ζωή να κάνεις του κεφαλιού σου.Ή μάλλον,για να μη σε αδικώ,της καρδιάς σου.Πάντα κάνεις ό,τι αυτή σε προστάζει.Κι ας λες πως δεν...

Μα ως πότε;Για πες μου;Εσύ δεν είσαι που λες οτι η λογική πρέπει να μπαίνει μπροστά;Μαλακίες.Στα λόγια είσαι πάντα πρώτος.Μανούλα.Στις πράξεις υστερείς.Μετεξεταστέος.Μια ζωη.Και σαν συνειδητοποιήσεις,ζητάς συγγνώμες.Εντάξει,οχι για το φαίνεσθαι.Το ξέρω οτι το εννοείς.Είδες το διαπραχθέν λάθος.Εκ των υστέρων όμως.Πρωτύτερα,στον κόσμο σου.Ορμάς κι όπου σε βγάλει.Γιατί έτσι νιώθεις και πρέπει να το εκφράσεις.Πάντα οδηγός σου η λαχτάρα, η επιθυμία,η αγάπη.Άτιμες αφέντρες.Σε παίζουν κατά πως θέλουν αυτές.Και αφήνεσαι άθυρμα στις προσταγές τους.

Κοίτα:τελευταία σου ευκαιρία.Δεν θα μπορώ να σε δικαιολογώ πάντα.Ούτε να σε συγχωρώ.Ούτε να σε υπερασπίζομαι.Γιατί με έχεις θυμώσει.Γιατί με έφτασες στα όρια μου.Συγκρατήσου λοιπόν.Όσο είναι καιρός.Όσο σε αντέχω ακόμη.
Σε προειδοποίησα.Δεν θα μπορέσεις μετά τίποτα να μου προσάψεις.

Εγώ. Ο άλλος σου εαυτός.
Στα είπα ολα..."

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Ποτέ ξανά...






"Θυμάμαι,τίποτα δεν άξιζε να πάμε,τίποτα απ΄τα πράγματα που τώρα μ΄έκανε η ζωή να μπορώ να τα λέω για δώρα..."
(Χάρις Αλεξίου:Τα Καρέλια)

Της ζήτησε χρόνο.Να σκεφτεί. Να σιγουρευτεί.Οχι πως δεν ήξερε,μα έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση.Πώς θα συνέχιζαν.Μαζί και χώρια ή μαζί-μαζί;Φαινόταν διχασμένος.Ήξερε,λέει,μα έπρεπε να βεβαιωθεί.
Το δέχτηκε.Τί άλλο μπορούσε να κάνει;Είχε συνηθίσει εξάλλου.Πάντα όλοι χρόνο της ζητούσαν.Κι ας ήξερε.Κι ας μάντευε.Πως τούτη η επίκληση μόνο πόνο θα της έφερνε.Έτσι γινόταν πάντα.Ο χρόνος που κυλούσε δεν έφερνε τον χρόνο πίσω και όσα της ζητούσαν.Και πολύ περισσότερο απαντήσεις.
"Ας μείνει μόνος" λοιπόν,σκέφτηκε.Θα του έδινε αυτό που της ζητούσε.
Συνέχισε τη ζωη της κανονικά.Υποτίθεται.Γιατί ολοένα και πιο συχνά έπιανε τον εαυτό της να ρίχνει κλεφτές ματιές στο κινητό της.Κι αν την είχε πάρει;Κι αν είχε αφήσει μήνυμα και δεν το είχε δει εγκαίρως;Που και που τον έψαχνε.Του τηλεφωνούσε,του έστελνε μηνύματα.Ανάλογα με τη διάθεση του απαντούσε.Άλλοτε ψυχρά και τυπικά.Άλλοτε της έλεγε πως του έλειπε.Και πολλές φορές,εμφανώς,την αγνοούσε.
Πέρασε καιρός.Η αναμονή την είχε τσακίσει.Τα βράδια, το κινητό είχε πάρει μια μόνιμη θέση στο μαξιλάρι της.Ξυπνούσε,όσο βέβαια κατάφερνε να κοιμηθεί,και το αναζητούσε.Στην ουσία αυτόν αναζητούσε.Την απάντηση του.Δεν την ένοιαζε τόσο το ναι ή το όχι όσο να πάρει μιαν απάντηση.Χίλιες φορές ενα όχι παρά αυτή η αδιαφορία.
Και μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση.Του τηλεφώνησε αυτή.Της είπε πως είχε πάρει τις αποφάσεις του και σχεδόν ήταν σίγουρος.Δυό μέρες ζητούσε μόνο και μετά...
Μετρούσε τις ώρες,τα λεπτά."Δεν μπορεί.Μου το υποσχέθηκε.Και δεν πέρασαν ακόμη οι δυό μέρες..."
Φυσικά δεν της τηλεφώνησε.Δεν την έψαξε.Το κατάλαβε.Όλα είχαν τελειώσει.Έκλεισε το κινητό.Αυτό που είχε μόνο γι΄αυτόν.Για να τη βρίσκει μόνον εκείνος.Το άφησε σε μια γωνιά και σχεδόν το ξέχασε.Πέρασε καιρός.Το χρειάστηκε ξανά.Το άνοιξε και βρήκε ένα μήνυμα:"Θα τα πούμε από κοντά.Αύριο στις δέκα.Στον Λωτό,στο Νεο Ψυχικό.Να είσαι εκεί.Θα σε περιμένω." Κοίταξε το ημερολόγιο.Είχε περάσει κιόλας μια βδομάδα.Πάτησε "απάντηση" και βρήκε μια καλή δικαιολογία.Πως μόλις το είχε πάρει απο το service και γι΄αυτό δεν απάντησε νωρίτερα.Πως ήταν πρόθυμη να τον δει και σήμερα,τώρα,όποτε τέλος πάντων αυτός μπορούσε.Πληκτρολόγησε το νούμερο του.Μα αντί αποστολής πάτησε αυτόματα διαγραφή και σβήσιμο.
"Δεν έχει καμιά σημασία πια",σκέφτηκε."Αν πραγματικά ήθελε,αν επιθυμούσε να δώσει την απάντηση που όφειλε θα με είχε ψάξει.Θα με είχε βρεί."
Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε,σχεδόν ορκίστηκε στον εαυτό της,πως ποτέ πια δεν θα ξαναέδινε χρόνο.Σε κανέναν.Ποτέ ξανά.Γιατί ο χρόνος πάντα εχθρός της στεκόταν σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις.Γιατί ήξερε.Γιατί είχε μάθει πιά....
Δεν κράτησε τον όρκο της.Τον έσπασε.Την επόμενη φορά που πάλι χρόνος της ζητήθηκε,πάλι ναι είπε.
Όχι,δεν ήταν ανακόλουθη με τον εαυτό της.Απλώς αγαπούσε.Και δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς...