παραξενη γιορτη αποψε...
σε προσκαλω...σε ενα ταξιδι μεταξυ ουρανου και γης...στο απεραντο των ματιων σου...μηπως και ανταμωσω την ψυχη σου...για να την ταξιδεψω...
"Μακάρι να΄ταν αλλιώς Να ζεις για μια αλήθεια χωρίς να υποφέρεις. Μακάρι να΄ταν αλλιώς" (Φ. Πλιάτσικας:Μακάρι να΄ταν αλλιώς)
Πόσο αντέχει ενα κορμί μακριά απ΄αυτό που λάτρεψε; Μια ψυχή χωρίς ενα χάδι ακριβό; Μια αγκαλιά άδεια ν΄απομένει; Δυο μάτια χωρίς άλλα μάτια να αντικρύζουν; Δυο ανάσες χωρίς ταίρι; Μια λαχτάρα σαν δεν έχει πού να ημερέψει; Ενα τραγούδι,μια ανάμνηση χωρίς τη δική της γη; Όνειρα και δάκρυα,χαμένα και πικρά, κρυμμένα σε απατηλές σκιές; Μια αλήθεια που φωλιάζει σε φτηνά υποκατάστατα; Επιλογές που οδηγούν σε πλάνες; Μια προσευχή που δε λεει να απαντηθεί; Ενα όνειρο κλεμμένο απ΄το χρόνο; Μια ελευθερία που αποζητά να σκλαβωθεί;
Είναι στιγμές που θες να γράψεις μα τίποτα δεν μπορείς.Προσπαθείς να συντάξεις λέξεις,μια πρόταση ολοκληρωμένη να βγάλεις μα δεν σου κάθεται.Εδω δεν μπορείς το λογισμό σου να τακτοποιήσεις,τα λόγια σε μάραναν.Ναι,αλλά το θες.Και τί κάνεις; Τίποτα απολύτως.Ή εγκαταλείπεις την προσπάθεια ή γράφεις έτσι.Χωρίς θέμα,χωρίς σκοπό,χωρίς να ξέρεις γιατί.Χωρίς να απευθύνεσαι κάπου ή σε κάποιον συγκεκριμένα. Το δεύτερο επιλέγω.Το αποτέλεσμα δεν το ξέρω.Έτσι λοιπόν κι όπου με βγάλει. Σκέφτομαι λοιπόν πως μ΄αρέσει η νύχτα.Ξέρω, αμέτρητες φορές σας τοχω πει.Μ΄αρέσει όμως νύχτα να περπατάω σε στενά σοκάκια,εκεί στην παλιά Αθήνα.Αρχαία Αγορά,Αέρηδες,οδός Θόλου,Διόσκουρων,Ραγκαβά,Πανός και Τριπόδων.Να σηκώνεις το βλέμμα και να αντικρύζεις την Ακρόπολη και τον Βράχο.Τα λουτρά των Αέρηδων και το Φετιχέ τζαμί.Να σε προσπερνάει κόσμος,να σε σκουντάει και να μη σε νοιάζει.Να χεις δίπλα σου παρέα και να συ στον κόσμο σου.Οχι,αλήθεια σου λεω,καθόλου δεν με νοιάζει.Να κάθεσαι με μια μπύρα στο χέρι και να αγναντεύεις τη Στοα του Αττάλου.Εικόνες μαγικές,στιγμές ανεπανάληπτες που μόνο σαν τις ζήσεις μπορείς να καταλάβεις γιατί σου μιλάω.Λες κι είσαι σε έναν άλλο κόσμο.Αθωότητας,νοσταλγίας δεν μπορώ να το προσδιορίσω.Μόνο να το ζήσω.Και να το κλείσω μέσα μου.Αδύναμη να το κοινωνήσω.Δε βαριέσαι.Ίσως και να καταλάβεις. Είμαι απρόβλεπτη,το ξέρω.Έρχομαι απο κει που δεν με περιμένεις.Και συ δεν...Το ξέρω.Εκπληξούλα λοιπόν.Μ΄αρέσουν οι άτιμες.Και τις γουστάρω.Να κάνω και να μου κάνουν.Κι η χθεσινή πολύ μου άρεσε.Όπως μ΄αρεσε και που είδα πρόσωπο απ΄το παρελθόν που΄χα πολύ καιρό να ανταμώσω.Όμορφο συναίσθημα.Μα δεν μπορώ ούτε αυτό να στο περιγράψω.Αρα; Αστοχία και πάλι.Μα αν τοχεις νιώσει,τα λόγια περιττά... Νυχτερινές διαδρομές στην πόλη.Με τα παράθυρα ανοιχτά,με μουσικές αγαπημένες και ο αέρας να σου δροσίζει το κορμί και τη σκέψη που φλέγεται.Σε δρόμους άδειους,με ταχύτητες μεγάλες και συ να το απολαμβάνεις.Να μην θες να τελειώσει κι ας κοντεύει σε λίγο να ξημερώσει.Κι ας σου χτυπάει καμπανάκι ο οργανισμός σου.Εσυ εκεί,τα όρια σου να θες να ξεπεράσεις.Και τα ξεπερνάς.Μα δεν σε νοιάζει.Για μια φορά ακόμη.Γιατί το γουστάρεις.Γιατί ξέρεις πως είναι στιγμές δικές σου και θες να τις ρουφήξεις.Να μην τις χαλαλίσεις.Να τις αφήσεις να σε θέλουν δικές τους να σε κάνουν και να μην μπορείς να αντισταθείς.Οχι,οχι οτι δεν μπορείς.Απλά δεν θέλεις. Άνθρωποι που δεν ανταμωθήκατε ποτέ κι όμως...Λες κι είναι κοντά σου,μαζί σου.Να εύχεσαι να τους είχες δίπλα σου.Κι ας μην τους ξέρεις.Κι ας μην σε ξέρουν.Κι ομως τους νιώθεις,τους σκέφτεσαι.Περίεργο;Ίσως.Τί να σου πω;Κάποτε μου είχαν θέσει μια ερώτηση:"πώς σκέφτεσαι κάποιον που δεν γνωρίζεις;"Καλά,ρητορική ήταν και την έθετε άλλοςΌύτε τότε ούτε τώρα εχω απάντηση.Δεύτερη φορά αλλά δεν...Συγγνώμη,αλλά αδυναμία και άγνοια δηλώνω. Είναι κι αυτές οι μουσικές που δεν σ΄αφήνουν σε ησυχία.Σου αποσπούν τη σκέψη,σε ταξιδεύουν.Σε μελαγχολούν και σε κάνουν να ονειρεύεσαι ταυτόχρονα.Νότες και λόγια που ταχεις συνδέσει με συγκεκριμένες σου στιγμές.Με πρόσωπα.Με καταστάσεις.Αρρώστια τα τραγούδια.Μα τέτοιες αρρώστιες τις γουστάρω.Κι ας έχουν αργή ανάρρωση πολλές φορές.Ασε που μπορεί και να μην έχουν.Αδιάφορο.Αλήθεια σου λεω.Αν θες το πιστεύεις. Θες να μάθεις και για κάποιους ανθρώπους.Αν είναι καλά.Και συ βρε άνθρωπε βρήκες τώρα να κλείσεις το κινητό;Άντε τώρα να περιμένεις ως το πρωί.Τουλάχιστον ελπίζεις πως καλύτερα.Αλλά άλλο αυτό κι άλλο να ξέρεις.Είναι το ίδιο;Οχι για πες.Σαφώς και δεν είναι. Τί να σκέφτονται άραγε κάποιοι άνθρωποι για σένα;Σε θέλουν,σημαίνεις κάτι γι΄αυτούς;Μπορούν να σε καταλάβουν;Σε δικαιολογούν ή σε παρεξηγούν;Σ΄έχουν μάθει έστω και λίγο;Απορίες,πολλές.Και που ξέρεις,ίσως και να παραμείνουν τέτοιες.Ίσως κι οχι.Θα δείξει;Ναι,θα δείξει.
Αστο.Δεν βγάζει πουθενά.Δεν υπάρχει ειρμός,συνοχή σκέψης.Ασυναρτησίες.Χύμα και σκόρπια.Και πολλές φορές αυτό μπορεί να σε οδηγήσει χωρίς να το επιδιώκεις να γίνεις πιο συγκεκριμένος.Δεν το θέλω.Όχι απόψε Όχι τώρα. Γιατί αισθάνομαι οτι τοχω.Και πρέπει να το κουμαντάρω.Οσο μπορώ και το ελέγχω.Ακόμη μπορώ.Μετά απο λίγο δεν ξέρω. Και κλείνω έτσι.Απότομα.Χωρίς δεύτερη κουβέντα....
Καληνύχτα.
Υ.Γ Το τραγουδάκι αφιερωμένο.Μα κάνε πως δεν κατάλαβες.Αν δεν γουστάρεις.Κι αν πάλι ναι,πες το μου.Στο αλλού.Ξέρεις εσυ...
Πριν μερικές μέρες με προσκάλεσε ηΣυβίλλασε ενα παιχνιδάκι.Αν και ομολογώ πως δεν είμαι σε φάση για τέτοια,αποφάσισα να αποδεχτώ την πρόσκληση.Γιατί Συβίλλα είναι αυτή.Θες να βγάλει κάνα χρησμό περίεργο,και να με αποτελειώσει;Ασε καλύτερα.Δεν θα αντέξω κι άλλους!!!Αρκετά. Πρέπει,λέει,να σας αποκαλύψω 10+1 πληροφορίες γιαμένα.
Μεταξύ μας;Νομίζω άχρηστες.
Λοιπόν,ξεκινάμε.
1. Τον τελευταίο καιρό καπνίζω πάααρα πολύ (βλέπε δυο πακέτα και...)και τρείς διαφορετικές μάρκες ταυτόχρονα!!!
2.Σιχαίνομαι το γάλα.Εχω να πιω απο τότε που τελείωσα το σχολείο.Βάλε με νου σου πόσα χρόνια....
3. Σε ηλικία πέντε χρονών είχα πιει...χλωρίνη.Δεν το συζητάμε.Εκεί να σε είχα...
4.Παλαιότερα έπαιζα μανιωδώς pacman και tetris.
5.Λατρεύω τις καλοκαιρινές συναυλίες....Χμ...Οχι πάντα τώρα που το ξανασκέφτομαι...
6.Αγαπημένος προορισμός η Μονεμβασιά,αν κι εχω να παω πολλά χρόνια,και το Παρίσι.
7.Εννοείται οτι λατρεύω μπύρα και κόκκινο κρασί.
8.Λατρεύω τα αρώματα και τα αλλάζω συχνά.Μα πάντα σταθερή αξία είναι το Rush,το Light Blue,το Angel και το Emporio Armani.
9.Άρχισα πάλι να ακούω ξένη μουσική,που για διάφορους λόγους την είχα απαρνηθεί.Όταν όμως μπλέκεις με "κακές" παρέες, να τι παθαίνεις!!!!
10.Ξοδεύω πολλά χρήματα για cd και βιβλία.
Και
+1 Η καλύτερη μου φίλη εχει πάντα μια φοβερή διαίσθηση και τις περισσότερες φορές,δυστυχώς,πάντα πέφτει μέσα.Φτου!!!
"Παράφορη εποχή κι η μέρα όμορφη η μέρα δύσκολη μια πρόκληση ζωής αθάνατοι θνητοί." (Σωκράτης Μάλαμας:Τίποτα δεν χάθηκε)
Απόψε λεω να σε προ(σ)καλέσω να κάνουμε μαζί ενα ταξίδι.Όχι,όχι απ΄αυτά που έχεις συνηθίσει.Σε ένα άλλο.Ίσως περίεργο,παράξενο,μα πίστεψε με όμορφο. Τί θα έλεγες λοιπόν να συνταξιδεύσουμε;Εγω κι εσυ.Μαζί.Πλάι-πλάι.Χέρι με χέρι.Με το ίδιο βήμα.Ναι,ξέρω.Δεν σου είπα ακόμη το πού. Ο κόσμος μου,η γη μου.Αυτός θα είναι ο προορισμός.Και έχω να σου δείξω πολλά. Τα χώματα που μ΄αρέσει να βαδίζω και τα αρώματα που έκλεισα μέσα μου μυρίζοντας τα.Τις θάλασσες που με ταξιδεύουν και τα λιμάνια που με γαληνεύουν.Το αχ των τραγουδιών μου και τους λυγμούς των αναστεναγμών μου.Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και τον πυρετό της νύχτας μου.Τον αχο των λέξεων μου και την καρτερία των συλλογισμών μου.Το απόκρυφο ευαγγέλιο των αναμνήσεων μου και το ουράνιο τόξο των ονείρων μου.Το μαργαριτάρι των παραμυθιών μου και το καλειδοσκόπιο του χρόνου μου.Την ηχω της προσευχής μου και το απόδειπνο των θελημάτων μου. Μα να ξέρεις.Θα σου δείξω κι άλλα. Τα σκοτάδια του πόνου μου και την έρημο των δακρύων μου.Τον λαβύρινθο των επιθυμιών μου και τα ναυάγια των καραβιών μου.Την κραυγή της σιωπής μου και την αλφάβητο της λύπης μου.Τις ερινύες των πειρασμών μου και το ξελόγιασμα των δαιμόνων μου.Το ζόφο του χαμού μου και την πίκρα των ημερών μου.Την πτώση στη μοναξιά μου και το βάραθρο της ελευθερίας μου.Τα μαύρα φεγγάρια των ερώτων μου και την άβυσσο των αισθήσεων μου.
Αυτά, μα όχι μόνο,θέλω να σου δείξω στο ταξίδι μας αυτό. Και σαν θελήσεις και ναι αποκριθείς,να μου το πεις.Να..Πάρε το χέρι μου. Κι αν φοβηθείς και τ΄αρνηθείς,πάλι να μου το πεις. Να σε δικαιολογήσω.Ναι. Δεν πειράζει,να σου πω,και τη δίψα μου σε άλλες θάλασσες να σβήσω και την λαχτάρα μου σε άλλη γη να περπατήσω. Μόνο στη πλάνη μη μ΄αφήσεις και στο μαρτύριο του καημού με παραδώσεις. Απαρνήσου με καλύτερα μα μη με κουρσέψεις και τους θησαυρούς μου ακριβοπουλήσεις σαν λάφυρα στις αγορές του κόσμου...
"Δεν έχει η νύχτα απόψε νικητή απόψε δεν πετύχαμε με βέλη την καρδιά μας σαν κεραυνός με χτύπησες κι εγώ σαν αστραπή σαν όλα αυτά που ζήσαμε να μην μετρούσαν για ζωή
Απόψε χάσαμε κι οι δυο αυτός που φεύγει δεν νικά πώς να στο πώ κι αυτός που μένει δεν ξεχνά πώς να στο πώ απόψε χάσαμε καρδιά μου και οι δυο" (Δ. Μητροπάνος:Απόψε χάσαμε κι οι δυο)
"Τελικά είχες δίκιο μάγκα μου.Πόσο δίκιο είχες.Με προειδοποίησες.Δεν γίνεται στην ηλικία σου να νομίζεις πως είσαι παιδί.Να νομίζεις πως επειδή πέρασες μια μέρα ηλιόλουστη,αυτό θα μπορεί να συνεχίζεται.Τί κι αν ένιωσες παιδί λοιπόν,σήμερα;Τί κι αν έκανες πράματα που υπο φυσιολογικές συνθήκες δεν θα μπορούσες;Τί κι αν έβγαλες τη γλώσσα στους μεγάλους;Τί κι αν κυλίστηκες σε παιδότοπους και σε παιδικές χαρές;Τί κι αν το άσπρο πουκάμισο γέμισε λάσπη και λερώθηκε,όπως τα ρούχα των παιδιών;Τί κι αν γρατζούνισες τα γόνατα και τα χέρια;Αυτά περνάνε,μάγκα μου.Για άλλα σε λυπάμαι.Για άλλες γρατζουνιές που σημάδι αφήνουν.Τί κι αν έκανες ζαβολιά και είπες πως γυρεύεις ιατρική συμβουλή απο τη φίλη σου,εντάξει οχι πως δεν την είχες ανάγκη,μα έμπασες τους καφέδες απ΄το παράθυρο για να μην σε δουν οι άλλοι και στα χώσουν και τότε τί θα έλεγες;
Δε μου λες μάγκα μου;Τα παιδιά πίνουν ούζα μέρα-μεσημέρι στην Καισαριανή;Καπνίζουν παθιασμένα όπως εσύ;Πίνουν τέσσερις καφέδες την ημέρα;Ξενυχτάνε μέχρι τις τρείς;Κάνουν έρωτα;Διαβάζουν τις δικές σου ασυναρτησίες;Μπαίνουν και βγαίνουν στο σπίτι τους όποτε γουστάρουν;
Όχι.Το ξέρεις πως όχι.Τα παιδιά ελπίζουν.Ονειρεύονται και τραγουδούν.Αγαπάνε και δικαιολογούν.Αρέσκονται να χάνονται σε αγκαλιές και να αποζητούν χάδια και φιλιά.Χτυπάνε,ματώνουν,πονάνε μα σε λίγο γελάνε..Κλαίνε και γελάνε ταυτόχρονα.Χαίρονται.Κάνουν νέους φίλους και δεν τους νοιάζει αν χάσουν τους παλιούς.Για λίγο ίσως μα μετά τους ξεχνούν.Γιατί ο νέος είναι ωραίος που λέει και το άσμα.Και κάθε μέρα αγαπάνε και ερωτεύονται άλλο παιδάκι.
Λοιπόν μάγκα μου;Εξακολουθείς να νομίζεις πως είσαι παιδί;Πως ολα τα ξεπερνάς ανώδυνα;Πως λες ενα δε σε νοιάζει και όλα καλά;Πως δεν σου καίγεται καρφάκι; Ποιόν κοροϊδεύεις;Εσένα ή εσένα;Σε είδα και σε καμάρωσα πάλι...
Πάρτο απόφαση,μάγκα μου.Μόνο σε ένα ίσως παραμένεις παιδί.Στο οτι εξακολουθείς και εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους.Και τους δέχεσαι όπως είναι.Και τους δικαιολογείς.Ακόμη κι αν βλέπεις ότι δεν σε πάνε.Δεν σε γουστάρουν,βρε αδερφέ.Γιατί τους πέφτεις λίγος.Γιατί ό,τι ήταν να πάρουν στο πήραν και έτερον ουδέν.Σε χρησιμοποίησαν μάγκα μου και δεν το κατάλαβες.Ή αρνήθηκες να το παραδεχτείς.Γιατί νόμιζες πως οι άλλοι είναι σαν εσένα.Ειλικρινείς.Πως ό,τι έχουν να σου πουν θα στο πουν.Στα ίσα και χωρίς περιστροφές.
Σε γελάσανε μάγκα μου.Δεν είναι έτσι.Τα παιδιά είναι παιδιά. Δεν είναι μαλάκες όπως εσύ.
Τα παιδιά καταλαβαίνουν. Έπαιξες,έχασες και αυτό είναι ολο.
Παραδέξου το. Με έπιασες τώρα;"
"Υ.Γ: Έκανες ένα λαθάκι,μάγκα μου.Τα παιδιά δεν δικαιολογούν.Τα παιδιά απαιτούν.Τα θέλουν όλα και τα θέλουν τώρα.Να γίνεται το δικό τους.Τη συγκεκριμένη στιγμή.Κι αν το αρνηθείς,σου κρατάνε μούτρα.Και ρωτάνε.Συνέχεια ρωτάνε να μάθουν.Έχουν απορίες.Και θέλουν να πάρουν απαντήσεις.Ζηλεύουν καμιά φορά και διεκδικούν την αποκλειστικότητα της αγάπης σου.Και αυτό στο θυμήσανε σήμερα.Γιατί ξεχνάς...
"Δες κι εσυ,κατάντησες σαν όλους κι εσύ.Η χρυσή της νιότης μου επανάσταση. Κρίμα που δεν τόλμησες..." (Χάρις Αλεξίου:Όλα θα΄χανε αλλάξει)
Ήταν ενα μαρτιάτικο πρωινό Κυριακής,πρίν πολλά-πολλά χρόνια.Ξύπνησε δύσθυμη,δεν ήθελε να αποχωριστεί την απαλή αίσθηση του πουπουλιένου παπλώματος της.Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως δεν γινόταν αλλιώς.Εξάλλου ήταν αυτή που θα συντόνιζε το αφιέρωμα για την ημέρα της Γυναίκας.Το πήρε απόφαση.Έπρεπε.Έκανε ενα βιαστικό μπάνιο,ήπιε καφέ και βγήκε.Ήταν κι αυτός ο πρόσφατος χωρισμός,βλέπεις,που της δημιουργούσε αλλόκοτα συναισθήματα. Πήρε τη θέση της στο πάνελ.Έβλεπε φίλους και γνωστούς να φτάνουν,όταν ξαφνικά το βλέμμα της σταμάτησε σε εκείνον.Δεν έδωσε σημασία.Συνέχισε να διαβάζει το κείμενο της."Η θέση μου είναι εδώ,δίπλα σου;Βλέπω το όνομα μου.Είμαι ο Γιάννης ...Καλημέρα." Ένα ξερό ναι και μια μισή καλημέρα,απ΄αυτές που λες όταν δεν θες να δεις και να μιλήσεις σε άνθρωπο,ήταν η απάντηση της.Η εκδήλωση ξεκίνησε,όλα προχωρούσαν κανονικά.Καλύτερα απ΄ό,τι είχε φανταστεί.Απορροφημένη στις σκέψεις της,ούτε κατάλαβε πως έπρεπε να πάρει αυτή το λόγο.Της έπιασε απαλά το χέρι."Συγγνώμη αν σε ξυπνώ απ΄το ονειροπόλημα σου,μα πρέπει να συνεχίσουμε".Αυτό του το άγγιγμα αναστάτωσε όλες της τις αισθήσεις.Τον κοίταξε στα μάτια.Αυτά τα μάτια που δεν θα ξεχνούσε ποτέ."Γκρί μπλέ ή πράσινα ναναι;" αναρωτήθηκε."Ναι,φυσικά,συνεχίζουμε",απάντησε εμφανώς αμήχανα. Η εκδήλωση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και εκείνη χάθηκε μέσα στους φίλους και τους καθηγητές της.Έψαχνε να τον βρεί.Μάταια.Λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε.Πέρασε ο καιρός,το συμβάν ξεχάστηκε,μα που και που θυμόταν αυτά τα μάτια.Τίποτε άλλο απ΄αυτόν,μόνο αυτά.Η ζωή της συνεχίστηκε κανονικά,το ίδιο ανιαρή και μονότονη. Ένα ζεστό βράδυ του Ιούλη,αποφάσισε να επισκεφθεί τις εκδηλώσεις που διοργάνωνε ο δήμος που έμενε.Πολιτικοποιημένη καθώς ήταν,δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει τη συζήτηση που θα γινόταν.Ασε που μετά θα είχε και συναυλία με την Αρλέτα.Δεν θα το έχανε με τίποτα.Η φωνή του ομιλητή της φάνηκε γνώριμη,μα δεν ήταν σίγουρη.Και τότε τον είδε.Ρητόρευε με πάθος ενάντια στον πόλεμο και τους στρατούς του,που φυλακίζει τα όνειρα χιλιάδων νέων ανθρώπων.Τον ερωτεύτηκε.Απο κείνη τη στιγμή.Στο τέλος πήγε και τον βρήκε.Φύγανε μαζί και συνέχισαν τη βραδιά τους.Μέχρι αργά.Πρίν αποχωριστούν,έκοψε ένα κομματάκι χαρτί απ΄την εφημερίδα του και της έγραψε το τηλέφωνο του."Να τα ξαναπούμε,αν θες κι εσύ." Τον σκεφτόταν μέρα-νύχτα.Τόλμησε και πήγε να τον βρεί στη δουλειά του.Ακολούθησαν πολλές τέτοιες συναντήσεις,με συζητήσεις διάφορες,μα πάντα με έναν ερωτισμό να πλανάται μεταξύ τους.Ενα βράδυ την προσκάλεσε σπίτι του.Της αποκάλυψε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της.Είπαν πολλά.Άνοιξαν τις καρδιές τους κι ήρθαν κοντά.Πολύ κοντά.Όχι,δεν έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ.Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έκαναν.Πάντα λίγο πρίν το τελευταίο βήμα,εκείνος έκανε πίσω.Το βλέμμα του σκοτείνιαζε και έπαιρνε εκείνο το άγριο βαθύ μπλέ-μαύρο της θάλασσας,λίγο πρίν ξεσπάσει η μανία της στα βράχια.Δεν ήθελε,λέει,να τη δεσμεύσει.Θα έφευγε φαντάρος σε δυο μήνες,εκείνη θα έδινε για δεύτερη χρονιά πανελλαδικές .Η σχέση τους ήταν εξαρχής καταδικασμένη.Με τον έναν εδω και τον άλλον αλλού.Δεν ήταν σωστό... Προσπάθησε να τον μεταπείσει.Μάταια.Τον ικέτευε για μια νύχτα έρωτα,ολοκληρωμένου έρωτα μαζί του.Ανένδοτος.Είχε πάρει τις αποφάσεις του.Πάντα,τελευταία στιγμή,της αρνιόταν αυτό που λαχταρούσαν κι οι δυό.Να ενώσουν τα κορμιά τους,να κυλιστούν και να αφεθούν στο πάθος τους.Να γίνουν ένα... Η στιγμή του αποχωρισμού δεν άργησε.Το τελευταίο βράδυ της έδωσε ένα γράμμα,με την παράκληση να μην αναφέρει το περιεχόμενο του πουθενά.Ήταν ό,τι καλύτερο του είχε τύχει,και κοίτα πως τα έφερε η ζωη...Οι μήνες περνούσαν.Τον έψαχνε απεγνωσμένα.Μάθαινε νεα του απο κοινούς φίλους,του έστελνε γράμματα.Μόνο σε δυο-τρια απάντησε. Μια μέρα του Αυγούστου,πριν τα γενέθλια της την πήρε τηλέφωνο.Ήθελε να την δει.Μίλησαν για το τότε και το τώρα.Ήρθαν κοντά.Μα πάλι δεν έκαναν έρωτα.Όχι μέχρι τέλος.Και χάθηκαν.Άλλη μια φορά... Ένα απόγευμα του Οκτώβρη της τηλεφώνησε.Είχε απολυθεί πια και κείνη είχε περάσει στη σχολή που ήθελε.Της ανακοίνωσε οτι είχε αρραβωνιαστεί και σε λίγο καιρό θα παντρευόταν.Όχι,ό,τι της είχε πει ήταν αλήθεια.Την αγαπούσε.Πάντα θα την αγαπούσε.Μα δεν ήταν μπορετό να είναι μαζί.Εκείνη "αρρώστησε".Ανήμπορη να αντιδράσει.Οι φίλοι της άρχισαν να ανησυχούν.Για άλλον άντρα βέβαια,ούτε που το συζήταγε.Της πήρε καιρό πολύ να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της. Τον έψαξε.Μετά απο τρία χρόνια τον βρήκε εγκατεστημένο στο νησί που καταγόταν.Τηλεφωνήθηκαν αρκετές φορές,μα πάντα στη φωνή του διέκρινε έναν τόνο μελαγχολίας."Εγκλωβίστηκα,της είπε την τελευταία φορά.Συμβιβάστηκα.Εγω ο επαναστάτης.Εγω που θα άλλαζα τον κόσμο..."Προσπάθησε να τον παρηγορήσει.Αδιέξοδο.Χάθηκαν.Οριστικά αυτή τη φορά. Απο τότε πέρασαν δεκαπέντε χρόνια.Τον είδε σήμερα.Στο κέντρο.Κοντά στη παλιά του δουλειά,Αιόλου και Σταδίου.Μήπως έκανε λάθος;Μπα,όσα χρόνια και να περνούσαν,όσοι άντρες κι αν πέρασαν απ΄την καρδιά και το κορμί της,Εκείνον ποτέ δεν θα μπορούσε να τον λησμονήσει.Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο.Τα μάτια του,εκείνα τα μάτια που είχε λατρέψει,απέφυγαν να την κοιτάξουν."Συγγνώμη,σας πέρασα για μια παλιά φίλη",της είπε.Και συνέχισε το δρόμο του.Φοβισμένος,ένας ακόμη μέσα στους πολλούς. Θέλησε να του φωνάξει,να τρέξει πίσω του,να τον αγκαλιάσει.Να του πει πως,ναι,ήταν αυτή.Αυτή που κάποτε τόσο αγάπησε."Έλα κοντά μου,έλα σε μένα.Να κάνουμε έρωτα,και έπειτα να σε κλείσω στην αγκαλιά μου και να μου τα πεις όλα.Τί σου ΄καναν μάτια μου,πες μου,και έγινες κάποιος άλλος;".Κάτι την κρατούσε καρφωμένη στο έδαφος και δεν την άφηνε να κάνει βήμα.Ώσπου τον έχασε.Μέσα στο πλήθος.Δεν τον ξεχώριζε πια.. Αργά το βράδι,σπίτι της,ξανάφερε στο νου της όλο το συμβάν.Άκουσε τον εαυτό της να ψιθυρίζει:"Καλύτερα.Καλύτερα έτσι.Που δεν έκανα και δεν είπα τίποτα.Θέλω να κρατήσω την εικόνα που είχα για σένα.Ρομαντικός,επαναστάτης,ονειροπόλος.Δεν θα άντεχα να δω πόσο λίγος έχεις γίνει.Εγώ άλλον αγάπησα.Άλλον.Όχι εσένα." Σηκώθηκε,πήρε μια μπύρα,άναψε τσιγάρο και κάθησε στον υπολογιστή.Μα θυμήθηκε πάλι τα μάτια του."Άραγε τί χρώμα ήταν;Γκρί-μπλέ ή πράσινα;Ακόμη αναρωτιέμαι.Πάντα με μπέρδευαν."Πήρε τη μπύρα και τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι.Ήθελε να πάρει αέρα.Κοίταξε το φεγγάρι και σκεφτόταν.... Ναι,μπλέ ήταν τελικά...Και θυμήθηκε κάποια άλλα μάτια.Με το ίδιο ακριβώς χρώμα... Και μελαγχόλησε...
"Κι αν έχεις τίποτα μαζί μου να συγκρίνεις εδω να μείνεις,να το μάθουμε κι οι δυο..." (Ελευθερία Αρβανιτάκη:Της καληνύχτας τα φιλιά)
"Συχνά ονειρευόμουν, ονειρευόμουν ότι θα ζούσαμε πολύ, πολύ καιρό μαζί.
Είχα ονειρευτεί το μοίρασμα και τη χαρούμενη εγκατάλειψη των ταξιδιών και των ανακαλύψεων.
Είχα ονειρευτεί ένα σπίτι ανοιχτό στα αναπάντεχα γυρίσματα των καιρών, κήπους και γιορτές.
Είχα ονειρευτεί φυτέματα, γωνιές μυστικές,σπάνια δέντρα με σημασίες που μονάχα εμείς θα γνωρίζαμε.
Είχα ονειρευτεί ακόμη μοιράσματα απόκρυφα γεμάτα ελευθερία.
Είχα ονειρευτεί πως θα γερνούσαμε μαζί, θα περπατούσαμε, και ο καθένας σεβόταν τον ρυθμό του άλλου.
Ναι,είχα κάνει αυτά τα όνειρα, Αλλά ήμουν ο μόνος που τα είχε ονειρευτεί..."
(Jacques Salome')
Μα το χειρότερο ξέρεις ποιό είναι; Να ονειρεύονται κι οι δυο.Τα ίδια... Μόνο που ο ένας δε θα το παραδεχτεί ποτέ... Γιατί; Αυτό είναι μια άλλη ιστορία... Που πονάει. Πονάει πολύ,σου λέω...
"Ό,τι μας δένει στα παλιά είναι οι κακές συνήθειες το ΄νιώθω τώρα καθαρά πως είναι αργά γι΄αλήθειες" (Μίλτος Πασχαλίδης:Κακές Συνήθειες)
"Σε βαρέθηκα πια.Με κούρασες,μ΄ακούς;Μια ζωη τα ίδια. Μα σήμερα όμως με απογοήτευσες.Γιατί σου φαίνεται παράξενο ή παράλογο;Συ δεν είπες πως δε θα το ξανακάμεις;Πόσες φορές μου ορκίστηκες οτι ως εδώ΄πως θα ελέγχεις τις επιθυμίες σου;Οτι θα είσαι εγκρατής; Και να πεις πως δεν ξέρεις;Πως δεν έχεις μάθει;Σου τα λένε συνέχεια,ξελαρυγγιάζονται.Σε παίρνουν με το καλό-τίποτα.Με το άγριο-τα ίδια.Εσυ εκεί.Μια ζωή να κάνεις του κεφαλιού σου.Ή μάλλον,για να μη σε αδικώ,της καρδιάς σου.Πάντα κάνεις ό,τι αυτή σε προστάζει.Κι ας λες πως δεν...
Μα ως πότε;Για πες μου;Εσύ δεν είσαι που λες οτι η λογική πρέπει να μπαίνει μπροστά;Μαλακίες.Στα λόγια είσαι πάντα πρώτος.Μανούλα.Στις πράξεις υστερείς.Μετεξεταστέος.Μια ζωη.Και σαν συνειδητοποιήσεις,ζητάς συγγνώμες.Εντάξει,οχι για το φαίνεσθαι.Το ξέρω οτι το εννοείς.Είδες το διαπραχθέν λάθος.Εκ των υστέρων όμως.Πρωτύτερα,στον κόσμο σου.Ορμάς κι όπου σε βγάλει.Γιατί έτσι νιώθεις και πρέπει να το εκφράσεις.Πάντα οδηγός σου η λαχτάρα, η επιθυμία,η αγάπη.Άτιμες αφέντρες.Σε παίζουν κατά πως θέλουν αυτές.Και αφήνεσαι άθυρμα στις προσταγές τους.
Κοίτα:τελευταία σου ευκαιρία.Δεν θα μπορώ να σε δικαιολογώ πάντα.Ούτε να σε συγχωρώ.Ούτε να σε υπερασπίζομαι.Γιατί με έχεις θυμώσει.Γιατί με έφτασες στα όρια μου.Συγκρατήσου λοιπόν.Όσο είναι καιρός.Όσο σε αντέχω ακόμη. Σε προειδοποίησα.Δεν θα μπορέσεις μετά τίποτα να μου προσάψεις.
"Θυμάμαι,τίποτα δεν άξιζε να πάμε,τίποτα απ΄τα πράγματα που τώρα μ΄έκανε η ζωή να μπορώ να τα λέω για δώρα..." (Χάρις Αλεξίου:Τα Καρέλια)
Της ζήτησε χρόνο.Να σκεφτεί. Να σιγουρευτεί.Οχι πως δεν ήξερε,μα έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση.Πώς θα συνέχιζαν.Μαζί και χώρια ή μαζί-μαζί;Φαινόταν διχασμένος.Ήξερε,λέει,μα έπρεπε να βεβαιωθεί. Το δέχτηκε.Τί άλλο μπορούσε να κάνει;Είχε συνηθίσει εξάλλου.Πάντα όλοι χρόνο της ζητούσαν.Κι ας ήξερε.Κι ας μάντευε.Πως τούτη η επίκληση μόνο πόνο θα της έφερνε.Έτσι γινόταν πάντα.Ο χρόνος που κυλούσε δεν έφερνε τον χρόνο πίσω και όσα της ζητούσαν.Και πολύ περισσότερο απαντήσεις. "Ας μείνει μόνος" λοιπόν,σκέφτηκε.Θα του έδινε αυτό που της ζητούσε. Συνέχισε τη ζωη της κανονικά.Υποτίθεται.Γιατί ολοένα και πιο συχνά έπιανε τον εαυτό της να ρίχνει κλεφτές ματιές στο κινητό της.Κι αν την είχε πάρει;Κι αν είχε αφήσει μήνυμα και δεν το είχε δει εγκαίρως;Που και που τον έψαχνε.Του τηλεφωνούσε,του έστελνε μηνύματα.Ανάλογα με τη διάθεση του απαντούσε.Άλλοτε ψυχρά και τυπικά.Άλλοτε της έλεγε πως του έλειπε.Και πολλές φορές,εμφανώς,την αγνοούσε. Πέρασε καιρός.Η αναμονή την είχε τσακίσει.Τα βράδια, το κινητό είχε πάρει μια μόνιμη θέση στο μαξιλάρι της.Ξυπνούσε,όσο βέβαια κατάφερνε να κοιμηθεί,και το αναζητούσε.Στην ουσία αυτόν αναζητούσε.Την απάντηση του.Δεν την ένοιαζε τόσο το ναι ή το όχι όσο να πάρει μιαν απάντηση.Χίλιες φορές ενα όχι παρά αυτή η αδιαφορία. Και μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση.Του τηλεφώνησε αυτή.Της είπε πως είχε πάρει τις αποφάσεις του και σχεδόν ήταν σίγουρος.Δυό μέρες ζητούσε μόνο και μετά... Μετρούσε τις ώρες,τα λεπτά."Δεν μπορεί.Μου το υποσχέθηκε.Και δεν πέρασαν ακόμη οι δυό μέρες..." Φυσικά δεν της τηλεφώνησε.Δεν την έψαξε.Το κατάλαβε.Όλα είχαν τελειώσει.Έκλεισε το κινητό.Αυτό που είχε μόνο γι΄αυτόν.Για να τη βρίσκει μόνον εκείνος.Το άφησε σε μια γωνιά και σχεδόν το ξέχασε.Πέρασε καιρός.Το χρειάστηκε ξανά.Το άνοιξε και βρήκε ένα μήνυμα:"Θα τα πούμε από κοντά.Αύριο στις δέκα.Στον Λωτό,στο Νεο Ψυχικό.Να είσαι εκεί.Θα σε περιμένω." Κοίταξε το ημερολόγιο.Είχε περάσει κιόλας μια βδομάδα.Πάτησε "απάντηση" και βρήκε μια καλή δικαιολογία.Πως μόλις το είχε πάρει απο το service και γι΄αυτό δεν απάντησε νωρίτερα.Πως ήταν πρόθυμη να τον δει και σήμερα,τώρα,όποτε τέλος πάντων αυτός μπορούσε.Πληκτρολόγησε το νούμερο του.Μα αντί αποστολής πάτησε αυτόματα διαγραφή και σβήσιμο. "Δεν έχει καμιά σημασία πια",σκέφτηκε."Αν πραγματικά ήθελε,αν επιθυμούσε να δώσει την απάντηση που όφειλε θα με είχε ψάξει.Θα με είχε βρεί." Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε,σχεδόν ορκίστηκε στον εαυτό της,πως ποτέ πια δεν θα ξαναέδινε χρόνο.Σε κανέναν.Ποτέ ξανά.Γιατί ο χρόνος πάντα εχθρός της στεκόταν σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις.Γιατί ήξερε.Γιατί είχε μάθει πιά.... Δεν κράτησε τον όρκο της.Τον έσπασε.Την επόμενη φορά που πάλι χρόνος της ζητήθηκε,πάλι ναι είπε. Όχι,δεν ήταν ανακόλουθη με τον εαυτό της.Απλώς αγαπούσε.Και δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς...
"Κάθε μικρό σου θάνατο και κάθε ηλιοβασίλεμα πικρό μπορώ να νικήσω..." (Δήμητρα Γαλάνη-Μανώλης Φάμελλος: Στη μεγάλη πόλη)
"Ένα πρωινό,καθώς οδηγούσα στην Κηφισίας,κάτω απ΄τη γέφυρα της Κατεχάκη,μαγνητίστηκα από ένα γκράφιτι στην ανισόπεδη διάβαση.Με μεγάλα μαύρα γράμματα από σπρέι έγραφε σαν να φώναζε:Η ευτυχία θα είναι η εκδίκησημας. Τί ωραίο!Με αναστάτωνε χαρούμενα,μου έκλεινε το μάτι προς μια παλιά μου,ζωηρή αμαρτία:όλους να τους συμπονώ,εκτός απ΄τους φθονερούς.Να θέλω πάντα μου τους φθονερούς,τους ζηλιάρηδες,εκείνους που κιτρινίζουν στη χαρά του άλλου να τους προκαλέσω,να τους γαργαλήσω.Να θέλω να τους χαλάσω με την ίδια την κακομοιριά τους,ανάβοντάς τη,λες και εφαρμόζω ομοιοπαθητική θεραπεία.Άλλωστε,με το καλό,τη σύνεση και με την αγάπη τίποτα μ΄αυτούς δε γίνεται.Αντιθέτως,όσο καλύτερα τους φέρεσαι τόσο αγριεύουν.Είναι μάλλον η μοναδική περίπτωση που νικιέται η αγάπη.Γιατί,για εκείνον που δεν μπορεί ν΄αγαπήσει,η αγάπη του άλλου είναι κόλαση.Δεν αποκλείεται μάλιστα κι αυτός να είναι τελικά ο ορισμός της κόλασης:να σ΄αγαπούν,ενώ εσύ δεν μπορείς ν΄αγαπήσεις.Αυτό θα σημαίνει απόσταση απ΄τον Θεό. Ο φθόνος για μένα είναι από τα ανθρώπινα πάθη το πιο αντιπαθητικό και φοβάμαι το πιο δύσκολο να θεραπευτεί.Με ερεθίζει δαιμονικά να παίξω μαζί του κι ας γνωρίζω πόσο επικίνδυνο δηλητήριο κουβαλάει όπως ένας σκορπιός. Η ευτυχία θα είναι η εκδίκησή μας. Ναι,η ευτυχία είναι η μόνη εκδίκηση που παραδέχομαι.Όσους πιάνει μια τέτοιου είδους εκδίκηση,καλά κάνουν και υποφέρουν.Όσους φαρμακώνει η θέα της ευτυχίας μας,ας προβληματιστούν και ας ψάξουν πώς να γιατρευτούν ώστε να μην υποφέρουν.Γιατρειά είναι μόνο μια απόφαση.Εκείνη η σταθερή θέληση που λέει:"Ναι,θέλω να είμαι καλός και να αγαπάω".Όταν πάρεις μια τέτοια απόφαση,η ύπαρξη σου πια ξανοίγεται στο θαύμα.Τούτο το καλό,αληθινό "ναι" είναι η πύλη προς την αφθαρσία.Για το ναι σου όμως δε θα βοηθήσει κανείς,είναι ολάκερο δικό σου,ένα μαρτύριο ολόδικό σου.Μετά το ναι όμως οι ουρανοί θα στέλνουν σαν βροχή τη βοήθεια.Ακούγονται εύκολα,ίσως απλοϊκά όλα αυτά,αλλά η διάβαση της ελεύθερης βούλησης,της ελεύθερης απόφασης απο το όχι στο ναί,είναι πιο δύσβατη κι απο πορεία σε πύρινη έρημο.Εκεί χάνονται ζωές και ζωές,εκεί άνθρωποι πέφτουν και νεκρώνονται,και απομένουν μόνο τα οστά και τα κρανία από την πρώτη ομορφιά τους..." (Μάρω Βαμβουνάκη: Ο παλιάτσος και η Άνιμα)
"Έσβησες πίσω απ'την πόρτα απ'τον πέμπτο στο ισόγειο κατεβαίνω και μετρώ κάθε όροφο κάθε τοίχο λευκό κάθε σημάδι της καινούριας σου ζωής πόσο μου φτάνει που είσαι εκεί.
Δεν μπορώ δεν αντέχω να σ'αφήσω η ψυχή μου επιστρέφει και τα μάτια σου φιλά και μαζί σου ξενυχτά καθώς κοιμάσαι καθώς βαθαίνει το σκοτάδι που αγαπήσαμε κι οι δυό.
Έσβησες πίσω απ'τους ήχους απ' τον πέμπτο στο ισόγειο είναι χρόνος αρκετός για να υπάρξω άνθρωπος για να διασχίσω την καρδιά μου έχοντας εσένα για θεό.
Δεν μπορώ δεν αντέχω να σ' αφήσω απ' τον πέμπτο στο ισόγειο στ' ασανσέρ με τον καθρέφτη απ'τα μάτια σου κερδίζω κι ανοίγω σ'ένα κόσμο μαγικό απ'αυτήν την ευτυχία σου χαρίζω..." (Τάνια Τσανακλίδου:Πέμπτος όροφος)
Αποχωρίστηκαν λίγο πρίν το ξημέρωμα,με αυτό το τραγούδι της Τάνιας να παίζει στο cd player του αυτοκινήτου.Χωρίς λέξεις,χωρίς αντίο.Τί να τα κάνεις τα λόγια τούτη δω την ώρα;Τί να΄χουν,τάχα, να σου προσφέρουν;Τις ώρες που προηγήθηκαν τα είχαν πει όλα.Είχαν μιλήσει οι αισθήσεις τους,τα κορμιά τους,οι σιωπές τους.Τί παραπάνω να πουν λοιπόν τώρα;Τούτη την πιο δύσκολη ώρα;Δύσκολη και για τους δυό τους.Σαν να επρόκειτο να ανταμώσουν πάλι αύριο...
Μοναχά μια αγκαλιά και ένα φιλί.Το τελευταίο τους.Άνοιξε την πόρτα και βγήκε.Με βήμα που έπρεπε να φαίνεται σταθερό,αποφασιστικό.Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.Δεν το άντεχε.Φοβόταν.Και έπρεπε να το κρύψει.Πάση θυσία.Φοβόταν μήπως και δεν μπορέσει μετά να κάνει το βήματα εκείνα που θα την έπαιρναν μακριά του,για πάντα. Έκλεισε την πόρτα της εισόδου πίσω της.Και γύρισε.Τον είδε.Να είναι ακόμη εκεί,έξω απ΄το αυτοκίνητο και να κοιτά προς το μέρος της.Όπως έκανε πάντα...
Ξύπνησε αργά,πολύ αργά,το μεσημέρι.Με διάθεση παράξενη και με μια στυφή γεύση στο στόμα."Θα φταίει το ποτό και τα πολλά τσιγάρα" σκέφτηκε.Δεν τον έφερε καθόλου στη σκέψη της.Ή τουλάχιστον,όταν αυτό συνέβαινε,προσπαθούσε να διώξει την εικόνα του απ΄το μυαλό της."Καλά πάμε" συλλογίστηκε.Σηκώθηκε,έφτιαξε καφέ και πήγε στο μεταξύ να κάνει ένα μπάνιο.Και το είδε.Αυτό το σημάδι,απ΄το προηγούμενο βράδι,ήταν εκεί.Να τον θυμίζει.Να της υπενθυμίζει τις δυό μέρες,τις τελευταίες,που πέρασαν μαζί...
Μετά ήρθε και κείνο το μήνυμα:"Εκείνο το ταξίδι που έλεγες.Αύγουστος στη Σαλονίκη.Μην το ξεχάσεις.Σαν έρθεις...".Δεν συνέχισε την ανάγνωση.Πάτησε αυτόματα "διαγραφή",ευχόμενη ταυτόχρονα να μπορούσε το ίδιο να κάνει και στις σκέψεις της,στα συναισθήματα της.Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο... "Η ζωή μου σε τάξη κι η καρδιά σ΄αταξία" ψιθύρισε.Άναψε τσιγάρο,κάθησε στο γραφείο της,έβαλε ξανά το τραγούδι της Τάνιας:"Έσβησες πίσω απ΄την πόρτα...", και ξεκίνησε να διαβάζει το βιβλίο που της χάρισε το βράδυ,λίγο πρίν χωρίσουν."Ραγδαία Επιδείνωση". Τί ειρωνικός τίτλος.Και πόσο θα της ταίριαζε τις επόμενες ώρες....
"Σε λίγες ώρες θα έχει πανσέληνο και γω μακριά θα είμαι.Άραγε απόψε το βράδυ θα με θυμηθείς;Θα μας θυμηθείς ή θα μας λησμονήσεις;".Το μήνυμα σου ήρθε πριν λίγο.Έχεις ήδη πάρει το δρόμο της επιστροφής.Αυτόν που πάντα έπαιρνες κάθε τέτοια μέρα και που την επόμενη φορά θα είναι οριστικός,χωρίς επιστροφή.Ξέρεις,μου άρεσε ο πληθυντικός.Γιατί εσυ ξέρεις.Ότι τούτο το βράδυ,μέσα στα πολλά που θα περάσουν απ΄το μυαλό μου,εσείς οι δυο θα έχετε δεσπόζουσα θέση... "Θα μας θυμηθείς ή θα μας λησμονήσεις;".Σα να ακούω τη φωνή σου ή μήπως η φαντασία μού παίζει πάλι παράξενα παιχνίδια;Δεν ξέρω.Νιώθω ανήμπορη να ξεχωρίσω την παραίσθηση απο την πραγματικότητα,την πλάνη απ΄την αλήθεια...Όμως δεν με νοιάζει.Στ΄αλήθεια.Να σου μιλήσω θέλω,να σου ψιθυρίσω θέλω και η νύχτα να πάρει τη φωνή μου και να σε ανταμώσει.Όπου και νάσαι.Για να σου πω τα ανομολόγητα μου απόψε κι οι αγαθές δυνάμεις του ουρανού να σου φέρουν την απάντηση που ζητάς,σαν φωνή αύρας λεπτής και να σε τυλίξουν... Με τη φωνή του φεγγαριού θα σου αποκριθώ...Εσένα θα θυμηθώ και θα νοσταλγήσω.Εσένα...Τη φωνή σου,τη ματιά σου,την αγκαλιά σου,το χαμόγελο σου.Τη μυρωδιά σου,το άγγιγμα σου.Τις αισθήσεις σου όλες,τις σκέψεις σου όλες.Τις στιγμές σου.Στιγμές σιωπής που μιλούσαν τις γλώσσες όλου του κόσμου...Όλα όσα μου έδωσες θα νοσταλγήσω.Τον χαμένο παράδεισο,που γλυστρά μέσα απ΄τα χέρια μου και που με καταδικάζει να ζω σε μια εξορία.Σε έναν κόσμο ανοίκειο και ανέστιο.Το μαζί σου θα νοσταλγήσω,το παρελθόν,που ακόμα σαν παρόν λογίζεται και οραματίζεται αλλά ταυτόχρονα υποθηκεύει το μέλλον...Που σε λίγες μέρες δεν θα υπάρχει πια... Τί στ΄αλήθεια θυμάμαι;Θέλω να σε αποξεχάσω μα λες και ένας αόρατος δεσμώτης φυλακισμένη με κρατά και ώρα την ώρα ολοένα και περισσότερο σφίγγει τα δεσμά μου-έτσι που τρόπο δεν λογίζω να βρω να του αντισταθώ και να ξεφύγω.Και υπομένω καρτερικά,βασανιστικά,σχεδόν ηδονικά το μαρτύριο της ενθύμησης σου. Μέσα στο παραλήρημα και τη φαντασίωση,ένας ψίθυρος πάλι ακούγεται και με προκαλεί απόκριση πάλι να λάβει:"Τώρα;Ποιόν θα λησμονήσεις τώρα;Θα μας λησμονήσεις;" Εσένα.Πάλι θα προσπαθήσω να μην αφεθώ στα παιχνίδια του νου και να σε αποξεχάσω-να σε εξαϋλώσω και να πω πως ποτέ δεν υπήρξες.Μόνο στη σκέψη,στη φαντασία.Στα όνειρα. Μια εν δυνάμει απουσία-παρουσία και τίποτε άλλο.Ένα αερικό που πέρασε και χάθηκε,όπως ακριβώς ήρθε:απο το πουθενά.Σαν ένα αστραπιαίο αντιφέγγισμα αλήθειας,πριν στη λήθη πάλι μισέψεις.Μια στιγμή στις στιγμές μου,μια ζωή στη Ζωή μου... Όμως αλλοίμονο.Εσύ.Πάντα εδω,μέρες τώρα να με στοιχειώνεις και πάντα εγώ να προσπαθώ να σε ξορκίσω.Ειδικά τώρα που ξέρω...Να σε διώχνω και να σε αποζητώ με μεγαλύτερη λαχτάρα,με περισσότερη ορμή και επιθυμία,ώσπου να γίνουμε ένα.Να μπαίνω μέσα σου και ολοκληρωτικά να σε κατακτώ.Να σε κουρσεύω και να σε λεηλατώ.Να σε ονομάζω "Πόλη μου και Γη μου".Ώσπου να σε καταστρέψω και να σε αφανίσω.Έτσι που οι μελλούμενοι χνάρια σου να μην γυρέψουν.Να σε αφανίσω για πάντα και στη λήθη να σε παραδώσω και να σε καταδικάσω.Το θέλω,μα ξέρω πως δεν θα μπορέσω να το κάνω... Και εσένα..Από σένα θα θυμηθώ εκείνη την πρώτη σου ματιά.Αυτή που μίλησε στην καρδιά μου και με έκανε να πω "θέλω να μείνω εδώ.Σε θέλω στη ζωή μου".Όσο κι αν οι δρόμοι και οι επιλογές μας φάνταζαν διαφορετικές.Πίστεψα πως μπορεί και να καταφέρναμε να συναντηθούμε.Νόμιζα πως είμασταν σε καλό δρόμο.Δε βαριέσαι,μάλλον λάθος έκανα.Θυμάσαι αλήθεια τί σου έγραψα κάποτε;"Ξέρεις τί υπέροχο είναι να ξέρεις ότι πάντα υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή σου,έτοιμοι να λειτουργήσουν ως κυματοθραύστες;Να ξέρεις ότι πάντα πρόθυμοι θα είναι να ακούν τα όσα έχεις να τους πείς;Να σε αγκαλιάζουν και να σε κανακεύουν;Να ανέχονται τις σιωπές και τις όποιες διαθέσεις σου;Να σε "προσέχουν" και να σε αγαπάνε;"Αυτά θα θυμηθώ από σένα.Μα και άλλα,που για μένα τα κρατάω... Ταυτόχρονα και τη λησμονιά τους θα προσπαθήσω.Γιατί πονάνε...Πονάει η απουσία,η αδιαφορία...Ίσως λάθος λέξεις να χρησιμοποιώ,μα άλλες πιο αρμόζουσες δεν μπορώ να βρω.Πάλι λάθος θα μου πείς ότι κάνω.Σαν να σε ακούω τώρα...Μα όσο περνάει ο καιρός,τόσο αυτή η σκέψη ρίχνει ρίζες όλο και βαθύτερα μέσα μου.Σου φυλάω και άλλες λέξεις να σου δώσω.Θα τις κρατήσω και αυτές..Όταν και αν ποτέ σε ξαναδώ... Η νύχτα ηδη έχει πέσει.Το φεγγάρι,ναι το βλέπω έξω απ΄το παράθυρο μου.Σε λίγο,σε πολύ λίγο θα σας θυμηθώ-και θα σας λησμονήσω ταυτόχρονα.Με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ένα πακέτο τσιγάρα... Ποιός ξέρει;Ίσως και να δούμε το ίδιο φεγγάρι.Και να ανταμωθούμε.Άραγε να είναι το ίδιο μ΄αυτό της Σαλονίκης και με τούτο που είναι λίγα χιλιόμετρα μακρυά μου;...Σας ευχαριστώ.Που υπάρχετε και θα υπάρχετε.Έστω κι αν μαζί δε θα είμαστε...
Καληνύχτα... Υ.Γ: Και ναι,ακόμα φοβάμαι...Ο Θεός μου κι εγώ ξέρουμε πόσο...
Κάπου εδω θα πρέπει να σας αποχωριστώ.Για λίγο,για πολύ.Ποιός ξέρει άραγε... Μα θαμαι εδω γύρω.Θα σας "βλέπω",θα σας διαβάζω,θα σας καμαρώνω.Θα σας συντροφεύω με τη σκέψη μου.Όπως και σεις εμένα.Και αυτό κουράγιο θα μου δίνει... Μα πρέπει ενα "ταξίδι" να κάνω.Και υπόσχεση αφήνω πως θα ξαναγυρίσω.Θα σας ξαναβρώ.Καλύτερα απ΄ό,τι σας αφήνω... Θα μου λείψετε.Να το ξέρετε.Μα έτσι πρέπει να γίνει... Να με θυμάστε που και που...Και θα τα ξαναπούμε... Σύντομα... Μέχρι τότε...
Νύχτα διαδέχεται την νύχτα.Ενδιάμεσο δεν υπάρχει.Μα κι αν υφίσταται αδιάφορο πες πως είναι.Σαν θες το σκοτάδι και τους δαίμονες του να ξορκίσεις, πρέπει ίδιος με αυτούς να γίνεις.Για να τους αντιμετωπίσεις.Να κυλιστείς μαζί τους,να παλέψεις.Μέχρι θανάτου.Για να βγείς νικητής.Αν δηλαδή τα καταφέρεις. Θα΄ρθουν κι άλλες άγριες νύχτες.Αδηφάγες,σαν μερικούς απο τους ανθρώπους της.Που διψούν για να πάρουν.Να σου πάρουν.Επιθυμία τους μόνο η ηδονή.Η ηδονή του να σε κατασπαράξουν,να σε λεηλατήσουν.Και μετά να αφήσουν το κουφάρι σου βορά στους γύπες και σε κάθε λογής αρπακτικό.Για να γυρέψουν το επόμενο θήραμα... Τους έχω μάθει καλά.Είναι τόσο προβλέψιμοι πια.Δεν θα τους φοβηθώ.Θα κυλιστώ μαζί τους στη λάσπη,μα θα τους αντιμετωπίσω.Δεν θα τους αφήσω να με εκμηδενίσουν,να με κάνουν λεία τους.Θα τους νικήσω.Το υπόσχομαι.Στον εαυτό μου.Και σε όσους πιστεύουν σε μένα...
Νύχτα άγρια η αποψινή.Αλλόκοτη.Πέλαγος χωρίς πυξίδα.Σημαδούρα πουθενά.Την έπνιξε το κύμα.Νύχτα χωρίς χρώματα,αρώματα,ήχους.Σαν να έπεσε ένα πέπλο κι έσβησε τις εικόνες της.Πουθενά χέρι να πιαστείς,κάπου να ακουμπήσεις.Να ξαποστάσεις.Ακόμη κι ο φύλακας άγγελος μου, έκλεισε τις φτερούγες του και μου αρνείται την αγκαλιά του,την προστασία του. Περιπλάνηση στο κενό.Σκόρπιες σκέψεις κρυμμένες στο μυαλό.Πλήρης αταξία.Φαντάσματα και δαίμονες πολεμούν μαζί μου-και πώς να τους ξορκίσω;Με ποιόν τρόπο να τους πολεμήσω;Ίσως με τρόπους που δεν αποτελούν μέρος της πραγματικότητας,διαβάζω κάπου. Με το φεγγάρι,ίσως.Μα και αυτό κουβαλάει όρκους,θύμησες,υποσχέσεις και όνειρα.Απατηλές σκιές με κυκλώνουν.Με πλακώνουν.Παράξενη ησυχία.Επίπλαστη και απατηλή.Σαν αυτή, λίγο πρίν ξεσπάσει η μεγάλη μπόρα.Πρίν τις αστραπές και τους κεραυνούς που στάχτη θα κάνουν την καρδιά μου. Απόψε φοβάμαι τη σιωπή.Την δική μου,των άλλων.Νιώθω να με καταπλακώνει.Φοβάμαι και απεγνωσμένα προσπαθώ να ξορκίσω το νόημα της.Δεν το αντέχω.Θεέ μου,βοήθησε με,προστάτεψε με.Από μένα.Απ΄την έρημο και τον πόνο μου.Απ΄τον καιρό μου... Έρημος απόψε η νύχτα μου.Και θάλασσα.Με ανεμοθύελλες και φουρτούνες.Δεν μπορώ να την ταξιδέψω.Δεν μπορώ να γευτώ τα δώρα της και τις εκπλήξεις της. Μόνο να κλάψω θέλω.Μόνο αυτό.Για όλα όσα έχασα,για όλα όσα πρέπει κάποτε να φτάσω,να κατακτήσω.Να αφεθώ σε αυτόν τον μυστήριο τόπο.Στη χώρα των δακρύων,που λέει και ο μικρός μου πρίγκηπας.Για να εξαγνιστώ και να εξιλεωθώ.Αν τα καταφέρω... Μέχρι τότε,νύχτα.Σαν νύχτα.Σκοτάδι πυκνό. Και αργεί να ξημερώσει...
"Την ώρα που τα ζείς τα πράγματα μοιάζουν ανυπολόγιστα.Ακόμα κι οι μεγάλες συμφορές δεν είναι της στιγμής.Δεν ανήκουν στο χρόνο τον παρόντα που συμβαίνουν παρά στο χρόνο το μελλοντικό που θα πάρουν την αληθινή τους μορφή.Έτσι είναι φαίνεται και με τις ευτυχίες.Την ώρα που περνάς γαλαζοπράσινες στιγμές και βλέπεις όνειρα κι όνειρα να γίνονται δικά σου,κάνεις σαν να μη σε νοιάζει,σαν να γυρίζεις το κεφάλι αλλού και δεν κοιτάς.Ίσως γιατί ο χρόνος σταματάει μόνο για να μας γυρίσει πίσω.Ούτε την ώρα που είμαστε έτοιμοι να κάνουμε το μεγάλο βήμα τον μετράμε,ούτε την ώρα που περπατάμε βιαστικοί.Μόνο σαν στρέφουμε το κεφάλι ν΄ατενίσουμε τα καμωμένα βήματα,στέκεται κι εκείνος και μας αφήνει..."
(Ευα Ομηρόλη:Οι παραχαράκτες της ευτυχίας)
Μα εσύ να με θυμάσαι. Στις ώρες του χαμού και της ατέλειωτης αγρύπνιας Όταν πονάς,όταν κρυώνεις,όταν φοβάσαι Όταν δακρύζεις,όταν λυπάσαι Όταν στιγμές λυγίζεις και η μοναξιά σε ακουμπά Όταν σε σένανε μιλάς και δεν σ΄ακούς Όταν σε τίποτα δεν ελπίζεις και απορείς Όταν οι δρόμοι σε αδιέξοδο οδηγούν Όταν οι σκέψεις ψάχνουν τόπους να κρυφτούν Όταν τα όνειρα θα βγούν απατηλά Κι οι άνθρωποι που πίστεψες "ληστές" αποδειχτούν Όταν το τέλος νιώθεις πιο κοντά Όταν στο τίποτα θα θες να βρείς παρηγοριά... Τότε Να με θυμάσαι. Που και που, να με θυμάσαι...
Ο καπνός απ΄τα τσιγάρα με έχει κυκλώσει απο παντού Στο δωμάτιο η μυρωδιά του αλκοόλ και μερικά ποτήρια αφημένα Εκεί,όπως τα άφησες Κάπου ανάμεσα σε θολές εικόνες ξεπροβάλλει η δική σου Η φωνή και η ανάσα σου με κυριεύουν Και αυτή σου η μυρωδιά...αγριεύει όλες μου τις αισθήσεις...
Τί να ΄μαι εγώ για σένα; Ερώτημα που βασανίζει Μα πάντα τέτοιο απομένει Καμιά απόκριση-απόλυτη σιωπή
Τώρα σε θέλω-εδώ,αυτή τη νύχτα Έτσι σε θέλω-με ένα τρόπο άγριο και πρωτόγνωρο Έτσι που ποτέ δεν έχεις δοκιμάσει Σώμα και ψυχή-όλα να στα παραδώσω...
Η λαχτάρα μου για σένα-πώς θα τιθασευτεί απόψε Πώς θα πειστώ να μην σ΄αναζητήσω Να μην σε ψάξω
Άλλο ένα τσιγάρο,άλλο ένα διπλό Για μένα,μόνο για μένα Γιατί εσύ πάλι αλλού ξεχάστηκες Πάλι στα παλιά σου ξαναγύρισες Και αυτό το τραγούδι που ακούγεται... Δικό σου είναι,θυμάσαι; Μέσα σ΄αυτό σε ψάχνω...
Μα σαν να ακούω κάτι... Έλα πιό κοντά,πές μου Επιτέλους μίλα Διώξε τη σκιά αυτή που με τυλίγει Πες μου Λύτρωσε με αυτή τη νύχτα...
Σήμερα σε είδα.Μετά απο ένα Σαββατοκύριακο σιωπής και αναβολών,μέσα σε μια μέρα γεμάτη υποχρεώσεις(ανούσιες είναι η αλήθεια) καταφέραμε να βρεθούμε.Για λίγο.Για τόσο, όσο κρατάει ένας espresso.Είπες ότι και χθές με "διάβασες".Ότι πήρες κουράγιο,δύναμη.Ότι ακόμη κι αν σε σένα δεν απευθυνόμουν,και το ήξερες,εντούτοις η γραφή μου σε έκανε να νιώσεις λίγο καλύτερα.Ακόμη κι αν "κλεμμένη" ήταν.Ότι το πρόσωπο που την αφιέρωσα θα πρέπει να αισθάνεται τυχερό που έχει κάποιον που το σκέφτεται.Που στη ζωή του μ΄έχει...Είπες πολλά.Μα λίγο πριν τον αποχωρισμό μας,μου είπες πως αισθάνεσαι ευλογημένη που με έχεις κι ότι είμαι ο καλύτερος άνθρωπος που έχεις γνωρίσει.Γέλασα.Μα και τώρα που στη θύμηση μου φέρνω τα λόγια σου,ξαναγελάω."Καλός άνθρωπος".Την εβδομάδα που πέρασε τοχω ακούσει,με παραλλαγές,τουλάχιστον πέντε φορές. "Καλός άνθρωπος".Τί να σημαίνει άραγε;Τί να σου απαντήσω;"Δεν ξέρω αν είμαι καλός άνθρωπος",είπα και σε σένα.Το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζω την κάθε μου στιγμή έντονα,με πάθος,στο κόκκινο.Δεν μου αρέσουν τα ημίμετρα,οι χλιαροί άνθρωποι,οι λίγοι,οι μέτριοι.Δεν γνωρίζω άλλον τρόπο ύπαρξης παρά μόνον αυτόν της Αγάπης.Στη δική της χώρα περπατάω,στα δικά της μονοπάτια κάθε μέρα σεργιανάω τις σκέψεις μου και τα λόγια μου.Κάτω απ΄τον δικό της ήλιο βγάζω κάθε μέρα την ψυχή μου βόλτα και κάτω απ΄τον έναστρο ουρανό της ονειρεύομαι και ελπίζω. Κι ας το πληρώνω.Κι ας φοβίζω τους ανθρώπους.Κι ας τους διώχνω.Το τίμημα του να αγαπάω εξοφλείται πολλές φορές με καχυποψία,άρνηση,υπεκφυγές και ερωτηματικά."Πώς μπορείς και δέχεσαι,ανέχεσαι,υπομένεις και επιμένεις;" Μικρή μου αγαπημένη,φίλη που και συ σημαντική στη ζωή μου λογίζεσαι,τα πάντα στη ζωή είναι ένα ρίσκο.Και πιότερο όλων η Αγάπη.Πλέον δεν φοβάμαι να ρισκάρω.Δεν φοβάμαι να εκτεθώ.Να γίνω διάφανη για τον Άλλον.Δεν με ενδιαφέρει πια αν θα παρεξηγηθώ,τί θα νομίσει ο άλλος για μένα.Εγώ μάτια μου όταν αγαπάω θέλω να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου,να λέω τα πάντα χωρίς να ντρέπομαι.Με τους ανθρώπους που έχω και με έχουν διαλέξει θέλω να βαδίζουμε μαζί,πλάι-πλάι στα σοκάκια της Ζωής.Να αφήνομαι στις αγκαλιές τους,στις λέξεις τους,στις σιωπές τους χωρίς να δικαιολογώ την συμπεριφορά μου.Να αγκαλιάζω τις λύπες τους και τις χαρές τους και δικές μου να τις κάνω.Να μπορώ να αγαπάω πάντα τις αστοχίες τους,τις αδυναμίες τους,τα λάθη τους.Όχι δεν έχω μαγικές συνταγές γι΄ αυτό.Απλώς αφιερώνομαι σε αυτούς και το δικό τους, δικό μου το ονομάζω... Το ταξίδι μαζί τους έχει σημασία.Κι αν ναυαγήσω,αν σε ξέρα πέσω και τσακιστώ,να ξέρεις ότι δεν απογοητεύομαι.Προσωρινά,ίσως.Μα πάλι απ΄την αρχή.Νέα ταξίδια,νέες θάλασσες,νέοι επιβάτες μα ίδιος προορισμός.Κι όσοι μπορούν να με αντέξουν πάντα καλοδεχούμενοι στο "καράβι" μου.Με παντιέρα τα όνειρα και τις ελπίδες μας σαλπάρουμε.Κι όσοι πάλι δεν μπορούν,όσοι φοβούνται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν,τί να κάνω με αυτούς;Ας αποφασίσουν μόνοι τους αν θα μείνουν ή θα "κατέβουν".Με το ζόρι πώς να τους κρατήσεις;Αν και στη ζωή μου θα τους ήθελα.Κανείς όμως δεν μένει για πολύ όπου δεν αντέχει.Κι αν σε κάποιους πρόωρο φαίνεται το σ΄αγαπώ,ας μη βιαστούν να με κρίνουν ως παρορμητική.Όχι ότι δεν είμαι,μα το σ΄αγαπώ για να πω πρέπει σίγουρη πολύ να είμαι.Αλλιώς ας μην ειπωθεί.Ο χρόνος για μένα δεν μετράται πάντα όπως τον έχουμε συνηθίσει.Υπάρχουν χιλιάδες στιγμές που μπορείς να αγαπήσεις στον Άλλον.Αρκεί να θελήσεις να τον μάθεις.Απ΄την πρώτη στιγμή που θα τον συναντήσεις.Απ΄την πρώτη στιγμή που τα μάτια σου τα δικά του θα ανταμώσουν.Που κάτι δικό του θα σ΄αγγίξει.Που θα μιλήσει στη ψυχή σου.Ακόμη κι αν κοινή πορεία δεν μπορείς μαζί του ναχεις,ακόμη κι αν οι κόσμοι μας δεν είναι οι ίδιοι,τίποτα δεν μπορεί να αναιρέσει τα αισθήματα που γεννήθηκαν τη στιγμή της Συνάντησης.Και πάντα θα προσεύχεσαι γι΄αυτόν.Θα τον προσέχεις,έστω και από μακριά. Θα μπορείς να αφουγκράζεσαι τις χαρές και τις λύπες του.Θα νιώθεις τις δυσκολίες του και θα του "στέκεσαι".Με τη σκέψη σου... Κι αν λάθος είναι όλα αυτά,τότε ναι...μένω μες σε αυτό το λάθος μου να ζω.Γιατί μόνο έτσι μπορώ να ζω και να αναπνέω.Γιατί μόνο έτσι έχω λόγο ύπαρξης... "Καλός άνθρωπος" είπες και συ πως είμαι;Μωρέ λες να είμαι και να μην το ξέρω;Ας το κρίνουν οι άλλοι.Εγώ για μένα,τί να πω; Άγνοια δηλώνω.Και σιωπώ...
Καληνύχτα... Υ.Γ.(Βάλε το χεράκι σου στο πληκτρολόγιο και γράψε δυό λογάκια.Τί διστάζεις και ντρέπεσαι;Αφού οι παρατηρήσεις σου πάντα εύστοχες είναι.Αφού ξέρεις... Α!και πού είσαι;Ξέχασα να σου πω.Το πιο γλυκό μου φιλί και μια πελώρια αγκαλιά στη μικρή σου.Μου ΄λειψε.Και πες της πως σύντομα θα ρθω να την δω.Μην μου παραπονιέται και μου κρατάει μούτρα...Αφού ξέρει πόσο την αγαπάω και πόση αδυναμία της έχω.Σύντομα πες της.Ίσως και αύριο.Κι αν δεν μπορέσω,δικαιολόγησε με.Όπως κάνεις συχνά.Όπως έκανα εγώ για σένα σήμερα...)
"Τί χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τί χρώμα έχει η λύπη; – Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τί χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τί χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
– Τί χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …
– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου ναξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, όλοι έχουμεμερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουνφορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό τοτέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα.Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!
– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλααυτά; Μα να θυμάσαι πάντα,πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;..
– Aύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτα άλλο να σου πω. Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες.Η ζωή είναιόμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσαουρανού και γής...
– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο. – Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός...
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν… (Αλκυόνη Παπαδάκη:Το χρώμα του φεγγαριού )
Υ.Γ:Για σένα μάτια μου.Ένα ουράνιο τόξο θα σου χαρίσω,να το ρίχνεις πάνω σου όταν "κρυώνεις".Γιατί κανείς δεν έχει υπολογίσει,ούτε οι ποιητές,πόσο μπορεί να αντέξει η καρδιά.Όσο κι αν τσαλακώνεται.Όσο κι αν την "πουλάνε" αυτόκλητοι σωτήρες της...
Μέσα στη μέρα,περνάνε χιλιάδες στιγμές μας που είτε τις προσπερνάμε σφυρίζοντας αδιάφορα,είτε τις αγνοούμε είτε τις αγκαλιάζουμε.Και χθές μα και σήμερα,πέρασαν "στιγμές" μέσα στη μέρα μου και την νύχτα μου,που μόνο την αγκαλιά μου τους χαρίζω: -στιγμή μου πρωινή και του απομεσήμερου:δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που σ΄άκουσα και που τα είπαμε ξανά μετά από μέρες.Να προσέχεις και νασαι καλά.Μόνο αυτό... -στιγμή μου απογευματινή:το ξέρεις,το νιώθεις πως πάντα κοντά σου θάμαι,ειδικά τώρα...στην πιο δύσκολη φάση της ζωή σου... -στιγμή μου βραδυνή:υπέροχο το "ταξίδι" μας.Ελπίζω και σήμερα το ίδιο όμορφο να είναι... -στιγμή μου μεταμεσονύκτια:δεν ξέρω τίποτα για σένα και σύ για μένα.Ίσως κάποια στιγμή να γνωριστούμε.Μα κι αν αυτό δεν γίνει εσύ να κρατάς πως σαν το θελήσουμε όλα καλά θα πάνε.Ο εαυτός μας,αυτός είναι το κλειδί... -στιγμή μου λίγο πρίν ξημερώσει:το ξερα ότι κοιμάσαι.Τί άλλο να κάνει ένας φυσιολογικός άνθρωπος στις 4 τα ξημερώματα;Κι όμως "ήρθες εδώ" για να μ΄ακούσεις.Άλλη μια φορά.Τί να σου πώ;Τα ξέρεις έτσι κι αλλιώς... Σήμερα το πρωί,βγαίνοντας απ΄το σπίτι,ξαφνικά αντίκρυσα τους έρωτες και τα φωτίνια μου στις γλάστρες να έχουν θεριέψει.Πολύ,μα πολύ σου λέω.Πότε έγινε αυτό;Μέσα σε μια μέρα;Σε ένα βράδυ;Μπα,δεν νομίζω.Αλλά πάλι,λες; -"Εσύ,εσύ φταίς.Που δεν μας πρόσεχες τόσο καιρό.Εμείς για σένα λίγο-λίγο μεγαλώναμε.Και εσύ;Πού ήσουν εσύ;" Ναί,δεν έχω δικαιολογία.Ναί,δεν σας πρόσεξα.Σας προσπέρασα.Όμως δεν θα το ξανακάνω.Υπόσχεση δίνω-και σε σας και σε όλες τις "στιγμές" μου.Γιατί ποτέ δεν είναι αργά.Να δείς ότι η μέρα και η νύχτα σου μπορεί στ΄αλήθεια να ομορφύνει. Μέσα από,φαινομενικά," ασήμαντες λεπτομέρειες".Μέσα από στιγμές που κρατάνε όσο ένα φιλί,μια ανάσα.Μα που φτάνουν για να σε ταξιδέψουν.Και γω,εδώ θα είμαι.Για να τις αγκαλιάζω...