παραξενη γιορτη αποψε...
σε προσκαλω...σε ενα ταξιδι μεταξυ ουρανου και γης...στο απεραντο των ματιων σου...μηπως και ανταμωσω την ψυχη σου...για να την ταξιδεψω...
Λάθος.Σ΄ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που μιλήσαμε.Κάπως έτσι ανορθόδοξα ξεκίνησε η γνωριμία μας.Ένα τυχαίο γεγονός μας "γνώρισε".Μια αλληλογραφία μας έφερε κοντά.Ξεκίνησα να σου λέω πράγματα για μένα.Να μοιράζομαι τις σκέψεις,τους προβληματισμούς μου.Χωρίς να το καταλαβαίνω,χωρίς να το επιδιώκω άρχισα να δένομαι μαζί σου.Ώσπου ήρθε η στιγμή που σε γνώρισα.Από κοντά πια.Από κείνη την ώρα ήθελα να είμαι μαζί σου.Δεν με ενδιέφερε ο τρόπος,το πως.Αρκεί να σε είχα δίπλα μου.
Προσπαθούσα πολύ γι΄αυτό.Βέβαια τότε δεν ήξερα.Δεν μπορούσα να καταλάβω ότι αυτό ήταν Έρωτας.Του έδινα χίλιες δυο ονομασίες,μα αυτό δεν τολμούσα να το παραδεχθώ.Από φόβο;από αμηχανία;Δεν ξέρω.Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να του δώσω απάντηση.Μη συνειδητοποίηση θα το έλεγες Εσύ.Ίσως και να έχεις δίκιο.Ίσως...
Κινδύνεψα να σε χάσω.Πολλές φορές.Δεν ήξερα πως να σου φερθώ.Πως να σε αντιμετωπίσω.Το ένα λάθος διαδεχόταν το άλλο.Σε έπνιγα.Καταλάβαινα ότι κοντά μου ασφυκτιούσες.Ότι πολλές φορές σκόπιμα με απέφευγες.Μα όσο Εσύ με άφηνες,τόσο πιο πολύ σε ερωτευόμουν.Όχι,δεν είναι αυτό που λένε πως σαν σε αρνείται κάποιος εσύ κολλάς χειρότερα.Ποτέ δε συνέβη αυτό με Σένα.Δε σε ήθελα για αυτοεπιβεβαίωση.Πως θα μπορούσα άλλωστε.Από την αρχή η συμπεριφορά Σου ήταν έντιμη.Ακόμη και τούτη δα την ώρα είναι σαν να σε ακούω να μου λες εκείνα τα λόγια.Λόγια που πλήγωναν,που στόχευαν κατευθείαν εκεί,στα αριστερά.Μα δεν ήξερα το γιατί.Γιατί δεν ήξερα πως για ό,τι αισθανόμουν υπεύθυνος ήταν ένας και μόνος:ο Έρωτας μου για Σένα. Απομακρυνθήκαμε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.Μου ζήτησες να μη με ξαναδείς.Για όσο.Άραγε κατάλαβες ποτέ την κόλαση που πέρασα;Να μην ξέρω τίποτα για Σένα.Που είσαι,πως είσαι.Αν είσαι καλά.Σκόρπια από δω και από κει,να προσπαθώ να καταλάβω.Να έχω μόνο δείγματα της παρουσίας Σου,μέσα στην κόλαση της απουσίας Σου.Κι όταν καταλάβαινα ήθελα τόσο να τρέξω κοντά Σου.Να σου ανοίξω την αγκαλιά μου και να σου πω πως "εγω είμαι εδώ για Σένα.Μαζί θα τα καταφέρουμε όλα.Μαζί θα ξορκίσουμε καθετί άσχημο". Προσπαθούσα να σε βρω.Να σε προσεγγίσω.Μα πάντα ένιωθα πως έπεφτα σε έναν τοίχο.Σε αδιέξοδο.Δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν ήθελες να μου μιλήσεις.Με απέφευγες,με αγνοούσες.Άλλες πάλι είχες πιο διαλλακτική στάση.Μα για λίγο.Και πάλι απ΄την αρχή.Λες και μου χάριζες μια πρόγευση Παραδείσου και μετά με πέταγες πάλι στα Τάρταρα.Και κάθε φορά όλο και πιο βαθιά.Όλο και πιο αλύπητα. Άνθρωποι δικοί μου είχαν καταλάβει.Μου έλεγαν πως σε έχω ερωτευτεί.Κι εγώ μετά βδελυγμίας να αρνούμαι αυτήν τη σκέψη.Να τη αποκηρύσσω.Να μην την παραδέχομαι.Μου έλεγαν πως δεν με αναγνωρίζουν.Πως ποτέ δεν με είχαν ξαναδεί σε ανάλογη κατάσταση.Λες κι ερωτευόμουν για πρώτη φορά...
Ο καιρός περνούσε.Σιγά σιγά άρχισε να αποκαθίσταται η επικοινωνία μας.Τηλεφωνικά στην αρχή.Μα μου αρκούσε.Αν ήξερες πόσο σημαντικό ήταν το να μπορώ να σε ακούω.Να μαθαίνω για Σένα.Από Σένα.Μα και πάλι μου έλεγες αυτά που ήθελες Εσύ να μου πείς.Καθετί που μου συνέβαινε,σημαντικό ή όχι,σου το έλεγα.Ήθελα να ξέρεις τα πάντα για μένα.Άρχισα να σε βλέπω.Μέσα στον χαμό των προγραμμάτων μας,προσπαθούσα να ξεκλέβω λίγο χρόνο,κάθε φορά που "έπρεπε" να σε δω.Μου αρκούσε ένα τσιγάρο μαζί Σου,μια στιγμή μέσα στις στιγμές Σου,αρκεί να Σε έβλεπα.Για να μπορώ να πορεύομαι.Μέχρι την επόμενη φορά.Κι ας ήξερα πως μπορεί να μην υπήρχε επόμενη φορά..
Ώσπου πάλι ένα "τυχαίο" γεγονός μας έφερε κοντά.Ίσως όχι και τόσο τυχαίο,τώρα που το σκέφτομαι.Το επιδίωξα.Το ξέρω ότι το ξέρεις.Για χάρη Σου έκαμα ό,τι έκαμα.Μου το είπες.Και το παραδέχθηκα.Εμμέσως.Μα δεν το μετάνιωσα στιγμή.Κι αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω,το ίδιο θα ξαναέκανα. Ώσπου εκείνο το βράδυ,κατάλαβα.Πως ήταν μάταιο να αποφεύγω να ονοματίσω τα αισθήματα μου.Δεν στο ομολόγησα.Μα και πάλι το κατάλαβες.Κρυβόμουν πίσω από ηλίθιες λέξεις.Πίσω απ΄τη σιωπή.Φοβόμουν την απόρριψη.Την άρνηση Σου.Ήξερα πως κινδύνευα να σε χάσω για πάντα,αν μιλούσα.Γιατί ήξερα..Μα δεν μπορούσα να το βαστάω άλλο.Ένα μυστικό υποτίθεται που μόνο τέτοιο δεν ήταν.Ομολόγησα.Όσο πιο απλά μπορούσα.Μα με φόβο.Παραδέχτηκα.Είχε έρθει πια το πλήρωμα του χρόνου. Με αντιμετώπισες ζεστά.Τρυφερά.Προσπάθησες να μου εξηγήσεις.Προσπάθησα να καταλάβω.Ποτέ δε θέλησα κάτι παραπάνω απ΄αυτό που Σου ζήτησα.Ξέρω ότι δυσκολεύτηκες να με πιστέψεις."Δεν θα σου είναι αρκετό",έτσι μου είχες πει.Ίσως και να με φοβόσουν.Ναι,μπορεί να είμαι απρόβλεπτη,παρορμητική,αλλά ποτέ δε θα έκανα κάτι που θα σε έβλαπτε.Θα σε έφερνε σε δύσκολη θέση.Το ίδιο έργο το είχες ξαναδεί.Γι΄αυτό και δεν με πίστευες.Το είχες ξαναζήσει.Και αυτό σε φόβιζε.Σε τρόμαζε ίσως...Πόσο θα ήθελα να με ερωτευόσουν κι Εσύ.Να μου αφιέρωνες τις λέξεις Σου,τις σκέψεις Σου.Κι ας ένιωθα πως δε θα γινόταν ποτέ..Μα πόσο το λαχταρούσα να ΄ξερες μόνο..
Έκανα αμέτρητα λάθη μαζί Σου.Τα ξέρω πια.Σιγά-σιγά συνειδητοποιώ.Πολλές φορές σου είπα πως ποτέ πια τα ίδια.Πολλές φορές ορκίστηκα στον εαυτό μου πως πρέπει να μην τα ξανακάνω.Δεν τα κατάφερα.Απέτυχα.Προσπάθησα να μείνω μακριά σου.Μάταιο.Προσπάθησα να φύγω.Ναι,ίσως αυτό να μην το ξέρεις.Μα ο Θεός μου κι εγώ το ξέρουμε καλά πως πάλεψα γι΄αυτό.Τίποτα δεν κατάφερα.Συμπεριφερόμουν σαν ένα δεκαπεντάχρονο που δεν ήξερε.Τα ΄χανα κάθε φορά που σου μιλούσα.Που ήμουν κοντά Σου.Άλλα ήθελα και άλλα έλεγα.Λες και ήσουν ο πρώτος μου Έρωτας και δεν ήξερα τί έπρεπε να κάνω.Μα στ΄αλήθεια δεν ήξερα.Τώρα πια ξέρω ότι με πιστεύεις..Κι αν "ζήλειες" σου έκαμα,όχι δεν ήταν τέτοιες.Πληγωμένη αισθανόμουν γιατί δε με "πρόσεχες".Γιατί ένιωθα ότι περνούσα για Σένα απαρατήρητη.Και για μια φορά ακόμη δεν ήξερα πως να αντιδράσω,όταν έβλεπα.Να επιθυμείς κάτι άλλο από μένα.Μα όχι εμένα...
Ξαφνικά παρουσιάστηκε ένα νέο πρόσωπο στη ζωή μου.Ξέρεις πόσο αμήχανη και μπερδεμένη αισθάνομαι;Το ξέρεις.Στο είπα.Δε ξέρω που θα με βγάλει.Αν θα...Μα λέω να το παλέψω.Να το ρισκάρω.Γιατί μάλλον αξίζει τον κόπο.Μα είμαι ακόμη ερωτευμένη μαζί Σου.Και το ξέρεις.Μου είναι δύσκολο να σου μιλάω γι΄αυτό.Γι αυτήν την καινούργια σελίδα.Μα θα το κάνω.Γιατί τώρα πια δεν φοβάμαι.Γιατί θέλω να ξέρεις καθετί που μου συμβαίνει.Καθετί που με υπερβαίνει.Και αυτό είναι κάτι πάνω από μένα.Για μια ακόμη φορά...
Δεν ξέρω αν ποτέ ένιωσες κάτι για μένα.Δεν ξέρω τί είναι αυτό που σε κρατάει κοντά μου,παρόλο που ξέρεις.Αυτό που ξέρω είναι πως είσαι πλάι μου.Πως θες να με βοηθήσεις.Με συμβουλεύεις.Μου ανοίγεις νέους δρόμους,μου μαθαίνεις τα βήματα για έναν χορό,που ποτέ δε θα χορέψω μαζί Σου.Μα είσαι κοντά μου.Κι είναι σημαντικό.
Πάντα θα είσαι για μένα,το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μου.Πάντα θα είμαι κοντά Σου.Στα εύκολα.Στα δύσκολα.Εδώ,να σε ακούω να μου λες τα ανομολόγητα Σου.Όπως έγινε σήμερα.Πάντα θα είσαι απ΄τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής μου.Ποτέ δε θα ξεχάσω όσα πέρασα μαζί Σου.Ποτέ δε θα λησμονήσω το όνομα Σου,τη μορφή Σου.Τα όσα μου έδωσες.Γιατί πήρα πράγματα από Σένα.Κι ας μην το καταλαβαίνεις.Ας μην το υποψιάζεσαι.Ξέρω καλά τι σου λέω.Κι αν ποτέ τα βήματα μας τύχει και ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες,να κρατάς τούτο:Τίποτα δε θα αλλάξει τα όσα πρωτόγνωρα ένιωσα για Σένα.Τίποτα δε θα σβήσει τα σημάδια που μου άφησες.Ανεξίτηλα θα παραμένουν εκεί,να αντιστέκονται στο πέρασμα του χρόνου.Ποτέ,ούτε για μια στιγμή δε μετάνιωσα για όσα σου είπα,για όσα αισθάνθηκα.Πάντα θα σε συντροφεύω με τη σκέψη μου.Θα είμαι εδω για Σένα,ακόμη κι αν δεν είμαι.Ακόμη κι αν κάποτε λείψω απ΄τη ζωή Σου. Ποτέ δε θα πάψω να Σ΄αγαπάω.Να σε νοιάζομαι.Να σε σκέφτομαι τρυφερά.Να θέλω μόνο την ευτυχία Σου.Θα είμαι εδώ για Σένα.Συνοδοιπόρος και σύντροφος σε ό,τι σου συμβεί.Μαζί θα αντιμετωπίσουμε ό,τι έρθει να μας βρεί.Όμορφο ή άσχημο.Εγώ για Σένα,εδώ για Σένα.Για να μη λυγίσεις.Για να βαδίζουμε και να μπορούμε να κοιτάμε μπροστά.
Είμαι τυχερή που σε γνώρισα.Που σε ερωτεύτηκα.Που μπήκες στη ζωή μου. Σ΄ευχαριστώ που υπάρχεις. Και θα υπάρχεις για πάντα στην καρδιά μου. Μια από τις λιγοστές μου βεβαιότητες και σιγουριές είναι αυτή. Κι ας μην πιστεύεις στο "πάντα".Κι ας σε φοβίζει. Τώρα πια ξέρεις.Με ξέρεις...
Καληνύχτα..
υ.γ.Κράτα το τραγούδι,κράτα τις λέξεις μου,τις σιωπές μου.Όσα είπα κι όσα ηθελημένα παρέλειψα.Κι αν κάποιες νύχτες όλα μάταια φαντάζουν,αν δεν έχεις από που να πιαστείς...Φώναξε με απλά.Και ξέρεις πως θα είμαι εκεί.Ακόμη κι αν δεν είμαι...
Απόψε θέλω τόσα να σου γράψω Μα δε γίνεται Κάτι που να ελέγξω δε μπορώ ούτε να το ονομάσω με εμποδίζει Μπερδεμένη αισθάνομαι κι αμήχανη Δεν υπάρχουν λέξεις λες κι ένα μαγικό αόρατο πέπλο τις σκέπασε και μακρυά μου τις κρατά Έτσι που όσο και να θέλω δικές μου να τις κάνω αυτές παιχνίδια μου παίζουν Μου κρύβονται,με ξεγελούν με κοροϊδεύουν λες κι αυτές...
Αφήνω το τραγούδι να μιλήσει Ίσως αυτό καλύτερα από μένα να μπορέσει
Άκου,σκέψου,νιώσε Αφουγκράσου Αφέσου σε όσα έχει να σου μαρτυρήσει να σου ζητήσει
Κι αν έστω και λίγο σε αγγίξει πάει να πει πως μ΄ έχεις καταλάβει
Αν πάλι όχι ίσως και να ψάξω άλλο να σου βρω ίσως κι όχι
«Δυο λόγια στείλε μου κι ας είναι τυπικά Γεια σου ,τι κάνεις, πως περνάς και τα λοιπά Αφού δε γίνομαι κομμάτι της ψυχής σου Ασε με να ΄μαι σε μια άκρη της ζωής σου» (Λένα Αλκαίου: Δυό λόγια)
Δεν ξέρω τι είμαι για Σένα.Τι μπορεί να σημαίνω.Αν σημαίνω δηλαδή κιόλας.Αποφεύγω να αναρωτηθώ.Τί νόημα θα είχε εξάλλου;Αφού κάποια πράγματα μπορώ και τα καταλαβαίνω.Ή μάλλον τα νιώθω.Δεν είναι εξάλλου και δύσκολο.Απλά αν μπορείς να λειτουργήσεις με τη λογική κάποιες στιγμές,αν μπορέσεις να παραμερίσεις το συναίσθημα,τότε αντιλαμβάνεσαι.Σημάδια μυστικά μα τόσο ορατά.Όσα τα λόγια δεν τολμούν να εκφράσουν.Όσα οι σιωπές σού υποδεικνύουν.Όσα οι πράξεις ή οι κινήσεις αφήνουν να διαφανούν...
Δεν έχει σημασία. Ψέματα,ψέματα σου λέω.Έχει. Μα δεν γίνεται αλλιώς. Στο κάτω κάτω,δε ζήτησα πολλά.Μάλλον δε ζήτησα ποτέ τίποτα.Κι ούτε πρόκειται.Το μόνο που απ΄την αρχή ήθελα,ήταν να μπορώ να είμαι «σε μια άκρη της ζωής Σου».Ίσα να σε βλέπω να χαμογελάς,να μαθαίνω πως είσαι καλά,και που και που να σε βλέπω.Έτσι,για να μπορώ να σου «κλέβω» στιγμές.για να ΄χω κάτι από σένα.Για να πορεύομαι...
Πάλι λάθος συμπεράσματα θα μου πείς.Βεβιασμένα ίσως,ίσως.Ναι,υπάρχουν στιγμές που με «ψάχνεις» κι Εσύ.Δεν αντιλέγω,ούτε μπορώ να το αρνηθώ.Μα όποτε Εσύ το θελήσεις.Όπως και επίσης δε μπορώ να παραβλέψω το γεγονός πως κάνω λάθη.Ίσως και να΄ναι αυτά που σε απομακρύνουν.Ίσως και το γεγονός πως Εσύ ξέρεις.Πως κάποια πράγματα τα θεωρείς δεδομένα.Άρα και προβλέψιμα..Δε λέω,σε κολακεύει,σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα.Μα μέχρις εκεί.Όταν το άγνωστο καταστεί γνωστό,παύει να έχει ενδιαφέρον.Και καταντάει κουραστικό,βαρετό.Όπως ένα παιχνιδάκι στα χέρια ενός παιδιού,που στην αρχή εστιάζει όλο το ενδιαφέρον και την προσοχή του σ΄αυτό,και μετά αρχίζει να μην το θέλει.Όχι,δε σου λέω πως είμαι παιχνιδάκι,σε προλαβαίνω.Ούτε πως παίζεις μαζί μου.Ατυχής ίσως παρομοίωση,μα τούτη δα την ώρα δε μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο.Ελπίζω να μη μου θυμώσεις...
Άραγε με σκέφτεσαι καμιά φορά; (Ίσως,αστραπιαία να περνάω από τη σκέψη σου,για άκυρους λόγους...) Σου λείπω καθόλου; Με ζητάς μερικές στιγμές σαν παρουσία; Σημαίνω κάτι ή θα μπορούσα άραγε να...; Ρητορικές ερωτήσεις; Ή Ερωτήματα που επιθυμούν απάντηση; Τί σημασία έχει;
Εγώ,ίσως και να μην το μάθω ποτέ. Εσύ όμως ξέρεις Πάντα ήξερες Και θα ξέρεις...
Καληνύχτα
υ.γ. Ξέρω τι θα πεις.Τι θα σκεφτείς.Ότι είχες δίκιο όταν μου έλεγες πως...Μα πίστεψε με,δεν έχει να κάνει με αυτό.Δύσκολο θαρρώ να το κατανοήσεις,μα είναι η αλήθεια.Ο Θεός μου κι εγώ το ξέρουμε πως έτσι είναι...
«Ήταν μια υπέροχη βραδιά με λίγα λόγια καθαρά ήταν μια υπέροχη βραδιά απ΄το πουθενά έλα ξανά...» (Υπέροχη βραδιά:Μπλέ)
Μη με ρωτήσεις
τί θα ΄κανα για Σένα ό,τι μπορώ, ό,τι αντέχω πανδέκτης της Επιθυμίας Σου τρυγητής της Ανάγκης Σου
αν σε θέλω λιτή λογίζονται τα λόγια μου κατακόμβη και εξαπτέρυγα χερουβείμ του Πόθου
αν σ΄αγαπώ πως να σου πω, θαρρώ πως ναι αν δεν ακούς τους χτύπους της καρδιάς λύχνους στη ρότα της δίνης σου
αν είσαι πάθος ή οδύνη φωτιά ή θάλασσα ποιές λέξεις να καταθέσω στο βωμό του Έρωτα Σου
Μη με ρωτήσεις Ποτέ ξανά Αν θυμάμαι
Σα να ρωτάς Αν ξέρω ορθογραφία και προπαίδεια Αν έχω πατρίδα κι ουρανό Αν ζω κι αν ανασαίνω Αν σκέφτομαι κι αν υπάρχω Αν ελπίζω κι ονειρεύομαι Αν προτιμώ το Θάνατο ή την Ανάσταση
«Με χάδια τρομαγμένα με διψασμένα χάδια του νου μου τα σκοτάδια απόψε ντύνομαι Λευκό πανί υψώνω και πάω όπου με πάει αυτό που με σκορπάει σου παραδίνομαι...» (Μ.Πασχαλίδης: Φωτιά μου)
Σαν πάρει η μέρα να χαράξει Η σκέψη σου με συνταράσσει Αντίλαλος να γίνεται του θυμικού μου Σαν η σελήνη δειλά προβάλλει στο στερέωμα Σπονδή προσφέρεται στην Επιθυμία να σε ζήσω Ηχερός κλειδούχος της Ανάγκης Σου
Παραγιός του Έρωτα ο οίστρος Και οιωνοσκόπος σαρδόνιος ο ίμερος Θησέα χαμένο στο λαβύρινθό Σου Με βαπτίζει, με εξαγνίζει και Σαν άλλος Μινώταυρος αποζητά Να με κατασπαράξει
Ο ήχος της φωνής Σου κι η αποθυμιά της ανάσας Σου Τρικυμία σηκώνει στο κορμί Έκσταση και παραμύθι που αλώνει Κάθε μάταιη αντίσταση Σα λιανοτράγουδο και σαν νανούρισμα
Ακυβέρνητο σκαρί ο λογισμός Νεφελοβατεί προσμένοντας Να χαθεί στην έκλειψη Της μυρωδιάς του ακριβού Σου θυμιάματος Αδύναμος να τιθασεύσει Τον πυρετό και τη φωτιά Που ξεχύνονται σα λάβα θυμωμένη Και κατακαίνε στο διάβα τους Ολάκερη τη ζήση μου...
«Πόσο σ' αγαπώ στην άπλα του καλοκαιριού πόσο σ' αγαπώ στις γειτονιές του φεγγαριού πόσο σ' αγαπώ τις νύχτες που φεγγοβολάς μέσα στο αίμα μου κυλάς και με φιλάς.» (Γιάννης Κούτρας:Πόσο σ΄αγαπώ)
Αν ήταν σε εκείνες τις μέρες να γυρνούσα εκείνη την νύχτα θα επέλεγα
Νύχτα ζεστή καλοκαιριού μεστή αστεριών και θάλασσας κι η αύρα Της να χαϊδεύει ένα κορμί που έτρεμε στην υποψία της ανάγκης Σου
Ρίγος να διαπερνά σώμα και ψυχή Και η αίσθηση του Έρωτα Να παιχνιδίζει με τα κύματα Πυρκαγιά τα θελήματα,ανάγκη η επαφή Αναπόφευκτη μοίρα ο Έρωτας Τρελλό χορό να στήνει μέσα μου
Λέξεις ανήμπορες να αρθρωθούν Αβάσταχτο το νόημα της σιωπής Βίαιη παρόρμηση το σε θέλω Να πολεμά με τη φωνή της λογικής
Έρημος και θάλασσα η Επιθυμία Να ξορκίζει το δαίμονα που ζητά Να την κατοικήσει,να την κατακτήσει Ανεμοθύελλα και φορτούνα Απόμακρη σκιά η ησυχία Κι η φαντασία να ζωγραφίζει Μια σκιά αμφιβολίας
Αίσθηση ενός Έρωτα χωρίς ενοχές Να αναδύεται από τους πόρους του κορμιού μου Κι η ομορφιά Σου να μου κόβει την ανάσα Αναλλοίωτη εικόνα,χαραγμένη στη θύμηση Σημαδούρα στη θάλασσα που Επέλεξα να ταξιδέψω
Χωρίς προορισμό,χωρίς πυξίδα Μόνο η Λαχτάρα Σου να οδηγεί Τα βήματα μου σε άγνωστα νερά Νύχτιο της θάλασσας τραγούδι Λαξεύει την Εδέμ που θα θυσιαστεί Για χάρη της κόλασης Σου...
«Το χαμόγελό σου χρώμα στη ζωή μου Στο χαμόγελό σου μοιάζουν όλα αληθινά Το χαμόγελό σου μόνη αμοιβή μου Μου χαμογελάς και νοιώθω εγώ παιδί ξανά» (Μάνος Πυροβολάκης:Το χαμόγελό σου)
Παιδί κι εγώ με σένα.Ξανά και ξανά.Ανυπόμονο,ανυπάκουο,απρόβλεπτο.Διψασμένο να μάθει όσο πιο γρήγορα γίνεται τον κόσμο.Την ομορφιά.Ό,τι το υπερβαίνει. Βουτάω στα βαθιά και δε με νοιάζει.Κι ας με φοβίζει η θάλασσα.Ξεκλειδώνω την ψυχή μου.Και δεν με νοιάζει αν χάσω για πάντα το κλειδί.Μαζεύω κοχύλια,χρώματα και δειλινά για να σου φτιάξω την πιο όμορφη ζωγραφιά. Να στην αφιερώσω.Βάφω τις μέρες με το κόκκινο του ήλιου και τις νύχτες χάνομαι στην αγκαλιά του φεγγαριού.Κλέβω σκέψεις και στιγμές και ανυπομονώ να στις μεταφέρω.Κάνω σκανταλιές και μετά ζητάω συγγνώμες.Όχι,όχι δε θα το ξανακάνω.Μα ξανά και ξανά τις ίδιες επαναλαμβάνω.Κι ας ξέρω πως μπορεί και να τιμωρηθώ.Μα η Λαχτάρα μου γι΄αυτές δε με αφήνει να σκεφτώ.Άθυρμα Της με κάνει και δεν μπορώ να Της αντισταθώ.Όσο μου λέω όχι,τόσο στα αντίθετα να με παρασέρνει.Καθόλου εύκολο να Την νικήσω.Πάντα με νικάει Αυτή...
Παραπονιέμαι,γκρινιάζω.Πέφτω στη σιωπή και μελαγχολώ.Κλαίω και γελάω ταυτόχρονα.Σου κάνω μούτρα και σε αποφεύγω.Σου θυμώνω.Θέλω να φύγω μακριά σου και να μη σε δω ποτέ ξανά.Να μη σε ξανακούσω.Μα για λίγο.Γιατί αμέσως μου περνάει.Αρκεί μια λέξη σου.Ένα χαμόγελο.Κι όλα αρχίζουν ξανά.Τέλος που πάντα γράφει μια καινούρια αρχή μαζί σου...
Έρωτας είναι... Μόνο αυτό...
Γι΄αυτό σου λέω μάτια μου.Προσπάθησε για λίγο ακόμη να με δικαιολογείς. Να με ανεχτείς.Στα λάθη μου.Το ξέρω πως για σένα είναι δύσκολο.Πως ίσως και να μην το μπορείς.Να μην το θες.Να μη τ΄ αντέχεις.Μα στο υπόσχομαι στον Ουρανό,πως σύντομα θα «μεγαλώσω».Και τότε όλα θα αλλάξουν.Γιατί ο χρόνος με κυκλώνει και σύντομα θα γίνει δήμιος που θα ζητά την ηδονή του κόπου του. Και ξέρεις,δεν έχω καμιά διάθεση να του κάνω το χατήρι.Όχι,αυτήν τη φορά,δε θα παίξω το παιχνίδι του.Σύντομα θα κερδίσω την παρτίδα.Με πείσμα παιδικό θα τον νικήσω.Γιατί δε θέλω να σε χάσω...
Θέλω απόψε να χαθώ μέσα στη νύχτα Στα μυστικά της Στις ανομολόγητες στιγμές της
Θέλω απόψε καθετί δικό σου να αγκαλιάσω τα λάθη ,τα πάθη και τις αδυναμίες σου να μάθω τα θέλω και τις επιθυμίες σου να πιω τις λέξεις σου και να μεθύσω απ΄αυτές να ξορκίσω τους φόβους σου και αυτούς που σε πληγώσανε να βάψω τη νύχτα σου με το κόκκινο της φωτιάς τούτο το κόκκινο που στάζει ο πόθος μου για σένα να παίζουν για σένα οι πιο όμορφες μουσικές να χαθώ στη λησμονημένη σου αθωότητα να αφεθώ στην οδύνη και την αμαρτία σου να μπω στα όνειρα και τους εφιάλτες σου να δω τον κόσμο μέσα απ΄τα μάτια σου να γίνω βροχή να σε δροσίσει και να σε προκαλέσει να αφεθείς στο άγγιγμα της να ζήσω την κόλαση σου κι ας χάσω τον παράδεισο να νικήσω για χάρη σου τον χρόνο να σε αποπλανήσω με τις πιο αγνές προθέσεις
Να χαθώ στον ωκεανό των ματιών σου στην αγκαλιά σου στο χάδι σου και στο φιλί σου να νιώσω την ανάσα σου και την αφη σου
Να ταξιδέψω μαζί σου Για όπου...
Καληνύχτα...
υ.γ. αν ήσουν εδώ απόψε,αν σε είχα,αυτό το κομμάτι θα επέλεγα για να σε ζήσω...
«Σε θέλω Είσαι παιχνίδι κι εσύ Κάποιου Θεού που όλο φέρνει βροχή Κι όμως σε θέλω... Σε θέλω Όπως το ρεύμα χτυπά Δυό χέρια αθώα βρεγμένα γυμνά Έτσι σε θέλω» (Μ. Χατζηγιάννης:Έτσι σε θέλω)
Νύχτα αγρύπνιας.Ανυπόδητος Θεός ο Έρωτας ζητά να με εξοντώσει,να με αφανίσει.Αντίλαλος των θελημάτων μου και εξορκιστής του πόθου.Αιχμάλωτη με ονομάζει στον ωκεανό της νύχτας και άθυρμα των προσταγμάτων του.Σαν ξωτικό η σκέψη σεργιανάει στον λαβύρινθο που γεννά ο ήχος της ανάσας μου.Κραυγή και ψίθυρος που λυτρώνει ενώ μπλέκεται σε έναν αόρατο ιστό αράχνης.Φωνή σαν αντανάκλαση παραδείσου και καθρέφτισμα στις λίμνες των ματιών σου.Ήχος πλάγιος και δοξαστικός,επιθυμίας διακονητής και ντελάλης του οίστρου.Αρχάγγελος χαρμολύπης και Θλίψης.Θεός και διάβολος μαζί-τέρψη και παιδεμός.Έρεβος και θάμβος,αυτόχειρας και θριαμβευτής,λήθη και αλήθεια.Κόλαση και Παράδεισος,Θάνατος και Ανάσταση. Στο αχ των τραγουδιών να αλυχτά ο ίμερος και κρυφό μαχαίρι η λογική να βάφει με το αίμα της το πάθος.Προσκυνητής των αρωμάτων και αίνιγμα του ονείρου.Γκρεμός και Αχέροντας,Πατρίδα,Γη και Αστραπή... Ένα «σε θέλω» να γεννά η σύζευξη συμφώνων και φωνηέντων.Ωκεανός να γίνεται και απόκρυφο ευαγγέλιο.Ανασαιμιά Ζωής και διαρρήκτης του κορμιού και του λογισμού.Με έναν τρόπο πρωτόγνωρο,πρωτόγονο και αυθόρμητο...
Σαν κατακτητής και μύστης.Ιεροφάντης και συλλητής του ναού σου. Σαν μάχη χωρίς νικητή ή ηττημένο.Σαν αύρα και σαν ορμή.Σαν αστραπή,κεραυνό και μπόρα καλοκαιρινή.Σα δίλημμα και ναυάγιο.Σαν ήχο και λυγμό.Κυματοθραύστης να λογίζεται το φιλί και λιμάνι η αγκαλιά.Κύμα να γίνεται η αφή και χαρτοκόπτης ο φόβος.Σαν νικοτίνη που διαπερνά τη σκέψη μου και αντίδοτο δεν έχει.Αλάτι στις πληγές και άσβεστη δίψα.Ιχνηλάτης των ονείρων και όμηρος της ανάγκης.Προσκυνητής της εικόνας σου και διακορευτής των διαδρομών σου.Χρώμα στην παλέτα σου να θέλω να γενώ και εξόριστη απ΄τον παράδεισο.Αιχμάλωτη στο δάκρυ σου και φωτιά στη φωτιά μου.Σαν ήλιο ζωοδότη και νανούρισμα της βροχής.Σαν αντιφέγγισμα αλήθειας και ξωκλήσι των παρακλήσεων μου.Σαν Προμηθέας δεμένος στο βράχο σου και Ηρακλής δρόμο να μην βρίσκει για να μ΄ελευθερώσει.Σα γέλιο και αναστεναγμό.Σαν παραμύθι με λυπημένο τέλος και σελήνη που θα σε γητεύει..
Έτσι σε θέλω κι ας μη θέλω που σε θέλω .Για να μπορώ να σ΄ έχω...
«Δεν είδες ποτέ τα δάκρυα μου ίσως φταίω εγώ που τα 'κρυψα δεν άκουσες,δεν άκουσες τα λόγια μου ίσως φταίω εγώ που τα ψιθύρισα... δεν έκλαψες που έφυγα ίσως φταίω εγώ που ξαναγύρισα... στα μάτια μου όμως δε διάβασες τίποτα;» (Χάρις Αλεξίου:Δεν είδες)
Ποτέ δεν μου άρεσε η μακιαβελική ηθική.Αυτό το δόγμα τού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».Μα να που την ασπάστηκα.Και την έκανα πράξη.Ψάχνω για άλλοθι,νομίζω.Μα όχι,όχι.Αλήθεια σου λέω.Αφού ήταν ο μόνος τρόπος να βρεθώ εκει που αγαπάω πιο πολύ,την ώρα που αγαπάω περισσότερο να είμαι κοντά Της.Νύχτα πάντα...Εκεί που γίνομαι θαρρείς κάποια άλλη.Κοντά σ΄αυτήν την Γυναίκα που μπορεί και με ηρεμεί,με παρηγορεί.Με ταξιδεύει.Θάλασσα το όνομα Της και τί δε θα δινα να βρεθώ κοντά Της.Το τηλεφώνημα ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή,αν και το πρόσωπο που σ΄Αυτήν θα με πήγαινε...Άστο καλύτερα.Ξέρεις εξάλλου..
Μια νύχτα μετά το φεγγάρι του Αυγούστου.Σου΄χω πει ποτέ πως αυτό είναι το πιο αγαπημένο μου;Όχι,δεν πρόλαβα.Ούτε καν αυτό...Εφοδιασμένη με μπύρες,τσιγάρα και το τετράδιο μου.Σε περίπτωση που κάτι ήθελα να σημειώσω.Τον τελευταίο καιρό δεν το αποχωρίζομαι.Ολο και κάτι θα βρω να του καταθέσω.Κι όλο πιο συχνά μου συμβαίνει.Και αυτό...
Με δέχτηκε όπως πάντα.Ήρεμη,ζεστή,τρυφερή.Ναι,αυτη τη φορά Την άγγιξα.Για λίγο περπάτησα στις άκρες του κορμιού Της.Σου κάνει εντύπωση;Ήθελα να μπορώ να δω την έκφραση σου,όταν θα το διαβάσεις αυτό.Μπορεί και να χαμογελάς.Ίσως.Μα ταυτόχρονα ένιωθα ότι μου έθετε και μια πρόκληση.Με παρότρυνε να Της πω,ό,τι Αυτή εδω και καιρό είχε καταλάβει.Προσπαθούσα λυσσαλέα να Της αντισταθώ.Να μην Την αφήσω να με παρασύρει στο παιχνίδι Της.Ήθελε να παίξει μαζί μου ή να με λυτρώσει;Δεν ήξερα.Όχι,μέχρι εκείνη τη στιγμή..
Η σελήνη καθρεφτιζόταν μέσα Της.Σχεδόν Την ακουμπούσε.Λες και έκαναν έρωτα.Όμορφη εικόνα.Να την έβλεπες..Αν και θα την είδες.Δεν μπορεί να μην,ένα τέτοιο βράδυ.Σήκωσα το κεφάλι ψηλά,στον ουρανό.Κοίταξα τα αστέρια.Προσπάθησα να μαντέψω πού είναι η Αφροδίτη,η Μικρή Άρκτος,ο Σείριος.Έτσι όπως εσύ μου τα είχες δείξει εκείνο το βράδυ,αν θυμάσαι.Δεν τα κατάφερα.
Περίεργοι συνειρμοί άρχισαν να στήνουν χορό μες το μυαλό μου.Εκείνη η νύχτα ,ήρθε ξαφνικά στη θύμηση μου.Οχι πως ήταν δύσκολο μάτια μου.Καθόλου.Πίστεψε με. Γιατί ήταν ένα απ΄τα βράδυα που πάντα θα κουβαλάω μέσα μου,μέχρι τελευταίας μου ανάσας.Γιατί ήταν το πρώτο μου κι ίσως το τελευταίο βράδυ μαζί σου,κοντά Της.Το πρώτο και το τελευταίο που για λίγες στιγμές αφέθηκα στην αγκαλιά σου..
Μέχρι που Αυτή γύρεψε απάντηση να πάρει.Και δεν μπορούσα πια να Της την αρνηθώ.Ναι,σε είχα ερωτευθεί.Με έναν τρόπο που όμοιο του ποτέ δεν είχα νιώσει.Λες κι ήταν πρώτη φορά.Ήταν πρώτη φορά..Ποτέ δεν είχα νιώσει κάτι ανάλογο.Ποτέ.Και έτυχε με σένα.Μη με ρωτήσεις πώς και γιατί.Δεν έχω απάντηση να σου δώσω.Ούτε τώρα,ίσως ούτε ποτέ.Ίσως να σε γνώρισα σε λάθος χρόνο.Ίσως αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά για μένα,ίσως να μην το άφηνα να συμβεί.Μα δεν το επιδίωξα.Δεν το θέλησα.Μόνο του ήρθε και με βρήκε.Αντιστάθηκα όσο μπορούσα.Δεν το παραδεχόμουν.Κι ας μου το έλεγαν.Ότι μου συμβαίνει,ότι φαίνεται.Απ΄τον τρόπο που για σένα μιλούσα.Και γω,ξόρκιζα αυτή τη σκέψη.Όχι,δεν είναι αλήθεια.Φίλοι,μόνο φίλοι είμαστε.Τίποτα παραπέρα.Ναι,μπορεί να σ΄ αγαπάω αλλά μέχρις εκεί.Τίποτε άλλο.Και ήρθε η στιγμή που μου τα ανέτρεψε όλα.Γιατί αλλιώς ήξερα,είχα μάθει...
Γιατί εσύ μάτια μου;Γιατί εσύ,γαμώτο, που να με πάρει;Εκεί που νόμιζα πως όλα είχαν μπεί σε έναν καλό δρόμο,ξαφνικά πάλι απ΄την αρχή.Εκεί που πίστευα πως ίσως και να μπορούσα να σε κερδίσω ξανά,εκεί έντρομη βλέπω πως μπορεί και πάλι να σε χάσω.Και δικαιολογημένα αυτή τη φορά.Φοβάμαι.Ο Θεός μου και γω ξέρουμε πόσο πολύ φοβάμαι.Γιατί ό,τι και να κάνω πια,ό,τι και να πω,δεν θα είναι το ίδιο.Ακόμη κι αν σου λέω αλήθεια,πάντα θα υπάρχει η αμφιβολία.Πώς να σου πω πια ότι θέλω να σε δω;Πώς να τολμήσω να σου πω ότι μου λείπεις;Πώς να τολμήσω να σου ζητήσω μια αγκαλιά;Αφού κάθε φορά,το ξέρω,θα νομίζεις πως θα θέλω κάτι παραπάνω από σένα.Κι ας μην είναι έτσι.Κι ας λένε οι λέξεις μου αυτό που λεν και τίποτε άλλο...
Σ΄ερωτεύτηκα.Ναι.Τα πάντα,κάθε τι δικό σου.Τα μάτια σου,το χαμόγελο σου,τον τρόπο που σκεφτόσουν,που μιλούσες.Λάθος,το ξέρω.Μα έγινε.Δεν σου ρίχνω το παραμικρό φταίξιμο.Εγώ,εγώ φταίω για όλα.Γιατί εγώ σου αφέθηκα.Κι ας μη με έψαχνες εσύ ποτέ.Κι ας μη με ζητούσες.Κι ας μη μου έδειξες ποτέ πως,ίσως και να μπορούσα να σημαίνω κάτι για σένα.Όχι,όχι ερωτικά.Ανθρώπινα,φιλικά και μόνο.Ή μάλλον για να μην σε αδικώ,το έκανες κάποια στιγμή.Όταν με αγωνία περίμενα να περάσουν οι μέρες που θα καθόριζαν τη ζωή μου..Μέχρις εκεί.Κι ας μου έλεγες διαρκώς ότι γκρίνιαζα και παραπονιόμουνα.Κι ας ήξερα.Με τα χίλια πάνω σου κατευθυνόμουν.Λες και πατούσα συνεχώς το γκάζι.Λες και οι θεοί μού είχαν εξαφανίσει το φρένο,έτσι για να παίξουν και να γελάσουν μαζί μου.Για να με δουν αν θα μπορούσα να σταματήσω λίγο πρίν τον γκρεμό...
Σε θέλω μάτια μου.Σε θέλω στη ζωή μου.Θέλω τα σημαντικά του βίου μου,να τα μοιράζομαι μαζί σου.Και μαζί σου.Θέλω ό,τι μου συμβαίνει να μπορώ να στο κοινωνώ.Δεν θέλω να σε φοβάμαι.Δεν το αντέχω πια.Τί πάει να πει φόβος μαζί σου,το έμαθα καλά.Φτάνει.Ελεύθερη θέλω να αισθάνομαι μαζί σου.Μπορώ άραγε;Έχω τέτοιο δικαίωμα;Μπορώ να ελπίζω πως τίποτα δεν χάθηκε;Έστω και μετά απ΄όλα αυτά;
Δεν θέλω τίποτα παραπάνω από σένα.Μόνο κάποιες φορές να μπορώ να σου μιλάω.Να μαθαίνω νέα σου.Που και που να σε βλέπω.Αυτό μου αρκεί.Πάντα μου αρκούσε.Πόσο μάλλον τώρα.Αμήχανα αισθάνομαι και άβολα.Γιατί ξέρω ότι ξέρεις και αυτό με φέρνει σε δύσκολη θέση.Θα μπορούσα να προσποιηθώ ότι όλα καλά.Ότι δεν τρέχει τίποτα.Μα θα σου έλεγα ψέματα.Και κάτι τέτοιο δεν θα το ήθελα.Ποτέ δεν το έκανα.Πάντα με αλήθειες σου μιλούσα.Έτσι έμαθα να πορεύομαι.Έτσι θα συνεχίσω.Κι ας πληρώσω το τίμημα.Που αισθάνομαι ήδη ότι έχει ξεκινήσει. Όποιο κι αν είναι αυτό. Ακόμη και να σε χάσω για πάντα απ΄τη ζωή μου.Μα πάντα θα σε κουβαλάω μέσα μου.Πάντα θα είσαι ένα κομμάτι μου.Fuck,πρόλαβες και έγινες βλέπεις... Μα κι αν γίνει,αν χρειαστεί να πληρώσω,τούτο μόνο θα ζητούσα για τελευταία χάρη...
Πως δεν μ' αγάπησες το ξέρω κι ας ταξιδέψαμε μαζί. Με γκρίζο και με θαλασσί, εκεί που τ' όνειρό σου ζει κι η φλέβα σου κρυφή πατρίδα, πως δεν μ' αγάπησες το είδα...
Όμως εγώ...
Θα 'θελα να 'σουνα εδώ σαν προσευχή σα φονικό να σε δικάζω και να σε παρηγορώ Θα 'θελα να 'σουν μυστικό στην ενοχή σου να κρυφτώ να σου ξεφύγω και μπροστά μου να σε βρω...
Το ξέρω...
Πως δεν μ' αγάπησες το ξέρω, μα δεν σου το 'δειξα γιατί ήταν η θάλασσα ζεστή κι εγώ καράβι από χαρτί να λιώνω στον υγρό σου πόθο, πως δεν μ' αγάπησες το νιώθω...
Θέλω να σου στείλω μια λευκή κόλλα χαρτί,
(λευκή αυτή τη φορά)
Γιατί...
Ξεχείλισα απ' όσα έχω μοιραστεί κι ένιωσα λειψός μ' όσα έχω κρατήσει με ψάχνει ό,τι έχασα κι εγώ στριφογυρνώ χαμένος μέσα σ' ό,τι έχω κερδίσει...
Κι εγώ καΐκι που ερωτεύτηκε μαζί σου να πνιγεί απόψε ταξιδεύω στα νερά σου...
Θα 'θελα να 'σουνα εδώ... Κι ας
το ξέρω,πως δεν μ' αγάπησες ούτε με πίστεψες ποτέ Λέξη μην πεις κι ας υποφέρω...
Πως δεν μ΄αγάπησες το ξέρω
μα θα΄θελα να ΄σουνα εδώ...
(Και έτσι παιδιάστικα και αμήχανα
θα σου έλεγα πως ...
Θέλω ακόμα μια βόλτα...)
Καληνύχτα...
(Ένα "παιχνίδι",με δυο αγαπημένα τραγούδια του Χρήστου Θηβαίου.Που στην ουσία μόνο "παιχνίδι" δεν είναι.Μόνο αλήθεια.Μόνο...)
Νύχτα περίεργη.Αλλόκοτη.Ο χρόνος,οι ώρες κυλάνε αργά.Βασανιστικά.Δεν είναι περίεργο αλήθεια;Άλλες φορές να βιάζεται και συ ανήμπορη να τον παρακαλάς για λίγο ακόμη να σταθεί.Ξοπίσω του να τρέχεις και να μην μπορείς να τον φτάσεις.Να σε προσπερνάει και αλήτικα να σου βγάζει τη γλώσσα, προκαλώντας σε.Ασθμαίνεις μα δε σκέφτεσαι ούτε στιγμή να παρατήσεις αυτό το ανελέητο κυνηγητό.Ελπίζεις πως μπορείς να τον κερδίσεις,να τον δαμάσεις.Έστω κι αν κατά βάθος ξέρεις πως χαμένο το ΄χεις το παιχνίδι.Τον ικετεύεις,του τάζεις.Να σε αφήσει...Μα δεν γίνεται.Νομοτέλεια,σου λέει.Έτσι είμαι φτιαγμένος.Να κυλάω,σαν νερό. Σαν χρόνος. Μα όταν έρχονται στιγμές που θέλεις να περάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται,αυτός κωφεύει.Κάνει πως δε σε γνωρίζει.Σε απαρνιέται.Σε προκαλεί να γευτείς το μαρτύριο της αναμονής.Ερεθιστικός στέκει απέναντι σου και ηδονίζεται βλέποντας σε να παιδεύεσαι.Να αδημονείς για το ξημέρωμα...Οιηματίας και ιχνηλάτης της αγωνίας σου.Ας είναι.Πρέπει να του υποταχθώ.Να τον καλοπιάσω.Μήπως και τον ξεγελάσω.Αν τα καταφέρω.Αλήθεια πώς ανατρέπεις τον δυνάστη;Με τί μέσα πολεμάς τον τύραννο;Ξορκίζοντάς τον,κανακεύοντάς τον;Άστο.Χαμένος κόπος.Δεν ωφελεί... Αφουγκράζεσαι,σκέφτεσαι.Θυμάσαι,νοσταλγείς.Φοβάσαι.Λέξεις και εικόνες στήνουν τρελλό χορό μες το μυαλό σου.Πρόσωπα και στιγμές που μαζί τους μοιράστηκες,σε περικυκλώνουν.Στην κάφτρα απ΄το τσιγάρο καις όλες σου τις αμφιβολίες.Τις δικές σου ή των άλλων;Δεν έχεις ενοχές,δεν αισθάνεσαι άβολα.Τώρα πια ξέρεις.Ό,τι έχεις πει,μόνο αλήθεια είναι.Αυτό που έχεις νιώσει.Ό,τι η καρδιά σου σου υπαγόρευσε.Κι ας σε πήγε σε λάθος μονοπάτια.Και ας σε αμφισβήτησαν.Ας σε φοβήθηκαν.Ας μη σε πίστεψαν.Ούτε τότε.Ούτε τώρα.Ίσως ποτέ να μην...Δεν πειράζει.Δικαιολογείς.Για πόσο;Για όσο..Οσο μπορείς,αντέχεις.Για πάντα... Τί λέξη κι αυτή.Πόσο κρατάει ένα "για πάντα;" Μέρες,μήνες,χρόνια;Μια ζωη;Θα σε αμφισβητήσουν.Πάλι και πάλι.Δεν υπάρχει τέτοια λέξη,δεν μπορείς να τη λες.Αφού όλα ρευστά και ευμετάβλητα είναι.Σαν τη Ζωη,που δεν ξέρεις τί σου ξημερώνει.Αλήθεια,τί θα φέρει το ξημέρωμα;Η νεα μέρα που σε λίγο θα χαράξει;Άγνοια δηλώνεις.Για πολλοστή φορά.Ίσως τούτη δα την ώρα,περισσότερο απο ποτέ.Για το αύριο,το τώρα,το τότε.Μα πόσο θα ΄θελες να ξέρεις.Και συ,έστω για μια φορά.Τελευταία."Ζήτησε,απαίτησε",μια φωνή στριγγλίζει μέσα σου."Έχεις το δικαίωμα.Σου του οφείλουν.Όποια κι αν είναι η απάντηση". Δεν το κάνεις.Κι ας το θες.Δεν εκβιάζεις καταστάσεις,συναισθήματα.Ούτε καν τώρα,που ίσως πιότερο απο ποτέ φοβάσαι.Γιατί ή τί; Άστο καλύτερα... Στο cd player εδω και ώρα η ίδια μουσική.Preisner.Τα καλύτερα του.Σε ρίχνουν.Σε μελαγχολούν.Περισσότερο.Μα κολλάς σε τέσσερα.Repeat.Ασταμάτητα.Θες να τ΄ακούσεις;Αφιερωμένα λοιπόν.Έχει νόημα άραγε;
«Είμαι εδώ και είσαι εκεί εγώ στη δύση κι εσύ στην ανατολή είμαστε στίχοι που δε χώρεσαν μαζί στη μουσική» (Π.Γαϊτάνος:Στο κάστρο το παλιό)
Αν ήσουν εδω απόψε,αν σε είχα... να σου μιλούσα ήθελα. Για τις πιο κρυφές και μύχιες σκέψεις μου, Τα θέλω και τα μπορώ μου. Τα αδιέξοδα και τις αδυναμίες μου, Τις αμαρτίες,τα λάθη και τα πάθη μου. Τις πλάνες και τις αλήθειες μου. Για τις παλιές αγάπες και τους νέους μου έρωτες, Τις αγωνίες και τις ανάγκες μου. Τις ενοχές και τις ψευδαισθήσεις μου, Την πίστη και την απιστία μου. Για τον παράδεισο που κρύβεται μέσα μου μα και την κόλαση, Το Θεό που πιστεύω μα και τον Πέτρο που Τον απαρνιέται. Για τα ταξίδια που ονειρεύομαι και τις Ιθάκες που με ξέχασαν, Τις θάλασσες που με ξεβράσανε και τους λιμένες που με περιμάζεψαν. Τα ναυάγια και τους θησαυρούς μου. Για τα αόρατα και τα άφατα των ονείρων μου, Τις μέρες και τις νύχτες μου. Τα σοκάκια που περπάτησα και τις λεωφόρους που χάθηκα. Για τις φωτιές που με κατακαίνε και τις καταιγίδες των λυγμών μου, Τις ηδονές των θελημάτων μου και τον οργασμό του θυμικού μου. Για τις ομορφιές που την ανάσα μού κόβουν και τους πειρασμούς που με δοκιμάζουν. Τις παρορμήσεις και τους τυφώνες που μου γεννούν. Τα κορμιά που σεργιάνισα και αυτά που με λάτρεψαν ή με πρόδωσαν. Για τις μάχες που έχασα και τη σκανδάλη που δεν πάτησα. Τα μονοπάτια του λογισμού μου και τις πυξίδες της ψυχής μου. Τις λέξεις μου μα και τις σιωπές μου. Τα σ΄αγαπώ που απο φόβο δεν τόλμησα και την άβυσσο που τα κατάπιε. Για το θάνατο και την ανάσταση μου.
"Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή, αγέννητη η ζωή μ' ακολουθούσε. Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική, δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε, μια θάλασσα μικρή μ' ακολουθούσε." (Γ. Κότσιρας:Εφάπαξ)
Ήταν μια Γυναίκα διαφορετική απ΄όλες τις άλλες.Το χαμόγελο Της,η παρουσία Της,η αύρα Της,ολα συνηγορούσαν στο να μη μπορείς τίποτα άλλο να κάνεις παρά να Την θαυμάζεις και να Την ερωτεύεσαι.Στο πέρασμα Της σκορπούσε γοητεία και χάρη.Όλοι ήθελαν να βάλουν χέρι στο κορμί και στη ψυχή Της.Και προσπαθούσαν γι΄αυτό.Με κάθε τρόπο.Εκείνη έδινε μια εικόνα αντιφατική:της εύκολης και συνάμα εκλεκτικής.Μπορούσε με την ίδια ευκολία να δοθεί και να απαρνηθεί τον οποιοδήποτε.Να τον πεθάνει και να τον αναστήσει. Την ερωτεύτηκα αυτήν τη Γυναίκα.Με την πρώτη ματιά.Απο την πρώτη επαφή,απο το πρώτο άγγιγμα ήξερα πως Την ήθελα δικιά μου.Να Την κοιμηθώ,να Την ξελογιάσω,να Την κάνω να μ΄ ερωτευθεί.Να μ΄ αγαπήσει.Όπως εγω, οσο κι αν ακούγεται περίεργο ή πρόωρο.Την ήθελα δικιά μου.Αποκλειστική.Μα ήξερα πως κάτι τέτοιο φάνταζε ακατόρθωτο.Σχεδόν αδύνατο. Μου το΄χε δηλώσει απ΄την πρώτη στιγμή.Δεν το μπορούσε.Ή δεν το ήθελε;Αυτό μου πήρε χρόνο να το καταλάβω.Είχα την αίσθηση πως έπαιζε μαζί μου.Ερχόταν και έφευγε όποτε ήθελε,με την ίδια ευκολία.Εκεί που νόμιζα πως σε καλό δρόμο είμασταν,εκεί κάποια αβλεψία δική μου και Την έχανα.Εξαφανιζόταν για καιρό απ΄τη ζωη μου.Την έψαχνα,προσπαθούσα απεγνωσμένα να Την κάνω να αλλάξει γνώμη.Χρησιμοποιούσα ολα τα μέσα,θεμιτά και μη.Την εκλιπαρούσα να με συγχωρέσει και να μου δώσει μια ακόμη ευκαιρία για να Της αποδείξω τον έρωτα μου.Την λατρεία που Της είχα.Μ΄αντιμετώπιζε ψυχρά,σχεδόν αδιάφορα.Λες κι ολα οσα είχαμε ζήσει,να μη μετρούσαν.Λες και τα όνειρα που είχαμε χτίσει ήταν πυργάκια στην άμμο που τα παράσερνε το πρώτο κύμα.Απογοητευόμουν.Δεν μου έκανε αίσθηση το παραμικρό.Αδιαφορούσα για ολα.Μοναδικός σκοπός και στόχος μου ήταν να Την ξαναφέρω πίσω.Να Την ξανακερδίσω.Να Την μάθω πάλι απ΄την αρχή.Να Την ερωτευθώ ξανά και ξανά και να Την κάνω να μ΄αγαπήσει κι Αυτή.Λαχταρούσα τη ζεστασιά που τώρα μου στερούσε.Ανεχόμουν τον κυνισμό Της.Με κατηγορούσε κάποιες στιγμές οτι Την καταπίεζα,Την έπνιγα.Οτι ήμουν ανυπόμονα βίαιη και γι΄αυτό καταστροφική.Έψαχνα να βρω φτηνά υποκατάστατά Της,μα εκείνη δεν είχε όμοια.Ούτε καν ρεζέρβες.Μάταιος κόπος.Ζητούσα συνεχώς εξηγήσεις και αποδείξεις.Και σαν δεν αποκρινόταν θύμωνα.Έτοιμη να Την απαρνηθώ και απ΄τη ζωη μου να Την εξορίσω.Να Την αφανίσω και στην ανυπαρξία να Την παραδώσω.Απο φόβο,απο πείσμα. Άλλες φορές πάλι ήταν Εκείνη που μ΄έψαχνε.Εκεί που το΄χα πάρει απόφαση,πως το παιχνίδι ήταν χαμένο,ξάφνου γυρνούσε και με γύρευε από μόνη Της.Μου έλεγε πόσο πολύ Της είχα λείψει και πως δεν μπορούσε άλλο μακρυά μου.Μου έκανε ολα τα χατήρια και με κακομάθαινε όπως τα παιδιά.Δεν έφευγε στιγμή απο δίπλα μου και μου δινόταν κάθε φορά με έναν τρόπο πρωτόγνωρο,που όμοιο του δεν είχα ξαναζήσει.Έτσι που η μια στιγμή έρωτα μαζί Της να μην μοιάζει με την επόμενη.Ασελγούσε πάνω μου και εγω επιζητούσα την ηδονή Της.Έπινα τους χυμούς Της και μεθούσα απ΄το νέκταρ τους.Δεν προλάβαινα να Την χορταίνω.Ξανά και ξανά ήθελα να χάνομαι μέσα Της,στην αγκαλιά Της.Ήταν ακριβή μου Ερωμένη και πολύτιμη Αγαπημένη. Την άφηνα να με ξεναγεί σε τόπους μυστικούς και υπέροχους.Πλανευόμουν μαζί Της και επεδίωκα,επιθυμούσα την αποπλάνηση μου.. Δεν Την άλλαζα με τίποτα και για οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.Την ποθούσα απεγνωσμένα και το ήξερε.Και Της αφηνόμουν.Με έπαιζε κατά πως ήθελε Αυτή,μα δεν με ένοιαζε.Αρκεί που ήταν πάλι δική μου.Κι ας ήξερα πως δεν θα κρατούσε για πολύ.Μόνο να Την βλέπω να κοιμάται πλάι μου,μετά απο στιγμές έρωτα.Να ακούω την απαλή Της ανάσα,καθώς Την είχα αγκαλιά μου.Γυμνή και πλήρως παραδομένη.Όμως πολλές φορές ντρεπόμουν γι΄αυτές μου τις επιθυμίες και προσπαθούσα να τις καταπνίξω.Φοβόμουν τις αντιδράσεις Της.
Μπλέχτηκα στα δίχτυα Της και έπαθα εμμονή μαζί Της.Κι ας ήξερα πως ερχόταν σε μένα μόνο για να πάρει και σπάνια να δώσει.Απρόθυμη ήμουν να δω την αλήθεια που βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου.Θα μπορούσα άραγε να την αντέξω;Είχε καταλάβει πώς χτυπούσε η καρδιά μου γι΄Αυτήν;Αν μπορούσε να αφουγκραστεί τους παλμούς μου μπορεί και να τρόμαζε.Να μην το άντεχε.Να μην με άντεχε... Φοβόμουν να πω οχι στις προσταγές Της απο φόβο μη με κρίνει ανάξια Της.Και έτσι χωρίς σωσίβιο,χωρίς μπουκάλες οξυγόνου βουτούσα στα βαθιά.Μόνο γι΄Αυτήν,μόνο για χάρη Της.Και ας ήξερα πως αυτή η ελεύθερη κατάδυση,μπορεί και να κόστιζε την ίδια μου τη ζωη.
Τώρα πια συμφιλιώθηκα μαζί Της.Δεν Τη φοβάμαι.Δεν Της ζητάω εξηγήσεις.Περιττές και μάταιες είναι.Μπορώ και Την απολαμβάνω κάθε ωρα και στιγμή.Ξέρω πως Εκείνη στην πραγματικότητα ποτέ δεν με είχε απαρνηθεί.Δικό μου ήταν το λάθος.Την νιώθω να απλώνεται μέσα μου και να καταλαμβάνει κάθε μου μόριο.Να αναδύεται απο τους πόρους του δέρματος μου.Μπορώ να Την κοιτάξω στα μάτια και να δω τις πυρκαγιές που είναι έτοιμη να μου ανάψει.Η ύπαρξη Της,αφού Την κατανόησα,γέμισε νόημα και εικόνες τη δική μου.Χρώματα και αρώματα ακριβά.Πολύτιμα.Τόσο που μερικές φορές δεν θέλω να τα μοιραστώ.Ούτε να τα κοινωνήσω.Την δέχομαι όπως ακριβώς Αυτή θέλει να είναι.Απλή μέσα στη συνθετότητά της.Με χαρά άρρητη,ανεκλάλητη. Την αγαπάω χωρίς πώς και γιατί.Χωρίς όρια και μέτρα ανθρώπινα,συμβατικά.Την εμπιστεύομαι και αφήνομαι σ΄Αυτήν.Αφήνομαι να με τυλίξει στα πέπλα Της και να με ντύσει τις ομορφιές Της.Στη γοητεία και στη μαγεία Της.Στη φωτιά Της.Στην άγνωστη γη Της να με ταξιδέψει.Να δανειστώ τα μάτια Της και ολα καθάρια να τα δω.Στο τραγούδι Της .Και δεν με νοιάζει αν ο πόθος μου αυτός με αφανίσει.Ο,τι κι αν γίνει κερδισμένη θα λογίζομαι. Την αγαπάω γιατί μ΄αγαπάει.Τώρα πια το ξέρω.Απο πρίν.Προτού ακόμη Την συναντήσω.Δεν το ήξερα μα τώρα το κατάλαβα. Κυρά μου και Αφέντρα ακριβή.Ερωμένη πολύτιμη.Την λαχταράω και Την επιθυμώ.Της το λεω κάθε στιγμή,κάθε λεπτό.Χωρίς φόβο και αγωνία.Απλά,οσο πιο απλά γίνεται. Τώρα πια δεν νιώθω καμιά ενοχή για τις επιθυμίες μου.Έτσι μου έμαθε Αυτή.Να τις εκφράζω ελεύθερα.Και ό,τι γίνει.Όπου με βγάλει.Σαν σε μάχη να με στέλνει χωρίς να ξέρω το γιατί...
Το όνομα Της;
Ζ Ω Η
Καληνύχτα...
(υ.γ. Άλλη μια φορά οι λέξεις σου,μα πάνω απ΄ολα η σκέψη σου, "ήρθε " και με βρήκε την κατάλληλη στιγμή.Όταν την χρειαζόμουν.Κι ας μην το ήξερες.Σ΄ευχαριστώ.Ξέρεις εσύ...)
Δύσκολη η νύχτα,μα ξάφνου ομόρφυνε. Αναπάντεχο το δώρο σου... Όμορφες οι λέξεις σου... Σαν καλοκαιρινή μπόρα,μέσα στον καύσωνα που ζω, ήρθαν να με δροσίσουν...
Τα δικά μου,δεν ξέρω αν είναι όμορφα, μα είναι αγαπημένα.Πολύ.. Και αυτό νομίζω αρκεί...
«Απόψε είμαστε κι οι δυο μας σιωπηλοί ακόμα και οι λέξεις φοβήθηκαν τα χείλη το ξέρω θα μου δώσεις ένα φιλί και θα μου πεις να μείνουμε δυο φίλοι. Δε θέλω να 'μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί Θέλω να μη θυμάμαι κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή Θέλω ένα όνειρο μονάχα να 'ναι κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί για να μου πεις να μη φοβάμαι Δώσ' μου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο και φύγε μη γυρίσεις να με δεις δε θέλω να με βλέπεις να πονάω» (Νίκος Παπάζογλου:Απόψε σιωπηλοί)
Δε με χωρούσε ο κόσμος σήμερα.Ξένο το σώμα κι οι αισθήσεις.Συλημένος ναός η ψυχή.Αφέθηκα στον ήλιο.Στα χάδια του,μήπως και με ζεστάνει.Ήλιος ψεύτης.Ήλιος θάνατος.Επιδερμικά να σ΄ακουμπάει και να σε καίει.Μέχρις εκεί. Γκρίζο φανελάκι και ξεβαμμένο τζιν.Για που το ΄βαλες καρδιά μου με τέτοιο καιρό; Έτσι γυμνή και ανυπόδητη;Σιγά,και τί έγινε μικρή μου; Ποιός νοιάζεται...; Είσαι ζαλισμένη.Τί να φταίει;Ο ήλιος,τα ούζα που έπινες μέχρι πριν λίγο στην Καισαριανή ή οι κουβέντες που σου είπαν; Ποιός νοιάζεται...; Γυρνάς σπίτι.Κάνεις ένα γρήγορο ντους,ετοιμάζεις καφέ,βάζεις κλιματιστικό.Διαβάζεις τους φίλους σου.Ολα καλά και σε τάξη.Εσύ είσαι σε αταξία,το μυαλό σου.Μιλάς στο τηλέφωνο,στέλνεις μηνύματα.Άλλοι σου απαντούν,άλλοι οχι. Ποιός νοιάζεται...; Φεύγεις.Χωρίς προορισμό,χωρίς προοπτική.Στο έτσι.Που θα πας;Δε ξέρεις.Μπαίνεις στο πρώτο ταξί που συναντάς.”Πού πάμε”,σε ρωτάει ο ταρίφας."Μακάρι να ξερα"απαντάς.Σε στραβοκοιτάει.Απορεί."Πλάκα.Δεν σου κάνω πλάκα.Εκεί πάμε."Επιτέλους πήρες μιαν απόφαση.Πρόσεξε,μπορεί και να μετανιώσεις.Σιγά. Ποιός νοιάζεται...; Περιπλανιέσαι.Ποτέ δεν κατάφερες να την μάθεις.Πάντα χάνεσαι στα στενά της.Απο πού πάνε για πού;Δεν σε νοιάζει.Έτσι χύμα.Κάθε φορά να χάνεσαι στις εικόνες της και στις ευωδιές της.Να την ερωτεύεσαι ξανά και ξανά.Να την ανακαλύπτεις απ΄την αρχή.Σαν να κάνεις έρωτα για πρώτη φορά΄σαν να προσπαθείς να εξερευνήσεις ένα άγνωστο κορμί και να ιχνεύεις κάθε κύτταρο του.Μέχρι να το κατακτήσεις.Και μετά να το αφήσεις. Ποιός νοιάζεται...; Καφές freddo.Ως συνήθως.Στο χέρι.Την αράζεις σε πεζουλάκι.Καπνίζεις ασταμάτητα.Απο διπλανό τραπεζάκι κάποιος σε κοιτά επίμονα.Δεν δίνεις σημασία.Συνεχίζει,μέχρι που σε πλησιάζει.Να ενώσετε τους καφέδες,λέει.Αρνείσαι ευγενικά.Επιμένει.Αντιστέκεσαι.Το χαβά του.Φορτώνεις.”Fuck you,man” και φεύγεις.Σε κοιτάει αποσβολωμένος.Δεν περιμένει αντίδραση τέτοια. Ποιός νοιάζεται...; Μπαίνεις σε μια εκκλησιά.Εκεί που κάποτε γαλήνευες.Ανάβεις κερί.Νιώθεις το βλέμμα του Παντοκράτορα πάνω σου.Καρφωμένο.Σα να περιμένει να Του πεις.Σε ποιόν;Σ΄Αυτόν που «ετάζει νεφρούς και καρδιές;».Αφού ξέρει.Σε κοροϊδεύει και τούτος;Μέχρι κι ο Θεός μου με περιπαίζει,σκέφτομαι.Ο διάβολος βαφτίζεται για Θεός κι ο Θεός για διάβολος.Και τί έγινε; Ποιός νοιάζεται...; Η ωρα περνάει.Εξω απ΄το Σινέ Παρί κόσμος.Μιούζικαλ,παίζει."Μάμα μία".Ας το δω.Μόνη σου;Μόνη μικρή μου.Και τί έγινε;Κόβεις εισιτήριο.Θέλει πέντε λεπτά να ξεκινήσει.Ανάβεις τσιγάρο.Περιμένεις.Κάτι μέσα σου επαναστατεί.Δεν ξέρεις τί θες μου φαίνεται.Άκυρο,λες.Φεύγεις.Χαμένα λεφτά.Και; Ποιός νοιάζεται...; Τα βήματα σε φέρνουν στην αρχαία αγορά.Ανοίγεις μια μπύρα,κάθεσαι στο πεζουλάκι.Καπνίζεις.Μια γκόμενα σε πλησιάζει.Σου ζητάει τσιγάρο."Δεν καπνίζω",λες.Μαλακίες.Το πακέτο δίπλα σου.Απλώνει το χέρι.Παίρνει τσιγάρο."Μου επιτρέπεις,έτσι;Θες να μιλήσουμε;».Πετάς ένα ξερό οχι,δεν γουστάρω.Σε σέβεται.Φεύγει και σου δίνει ένα φιλί.Πεταχτό.Είναι δυνατόν;Σ΄άρεσε,μπορεί και να το΄χες ανάγκη,έστω και απο έναν άγνωστο,μα πάλι φέρθηκες απότομα.Ε,και;δεν θες παρέα.Μονάχη θες να είσαι.Δηλαδή δεν θες αυτό ακριβώς,αλλά τί μ΄αυτό; Ποιός νοιάζεται...; Σηκώνεις το βλέμμα.Τον βλέπεις να στέκεται απο πάνω σου.Φωτισμένος,σου στέλνει ενα φιλί και τη λάμψη του.Σαν να σου μιλάει.Και να περιμένει να του απαντήσεις.Αρχίζεις διάλογο μαζί του.Του λες ό,τι σε πονάει.Σου απαντά τρυφερά,παρηγορητικά.Σου ανοίγει την αγκαλιά του να σε κλείσει μέσα του.Αφήνεσαι.Σαν σε ακριβό εραστή και αγαπημένο.Και ας ξέρεις πως θα ζήσεις την τελευταία νύχτα μαζί του.Παραίσθηση ή πραγματικότητα; Ποιός νοιάζεται...; Λέξεις παίζουν παιχνίδια στο μυαλό σου.Τις ακούς,τις διαβάζεις."Να προσέχεις κοριτσάκι μου"."Θα σε σκέφτομαι"."Ποτέ ξανά." "Αδιαφορείς για τα πάντα." "Σε θέλω στη ζωη μου,σε νοιάζομαι.Πάντα με αγάπη σε σκέφτομαι." "Σύνελθε όσο είναι καιρός,πριν να΄ναι αργά." "Τόσο γρήγορα με ξέχασες;" "Δεν περίμενα κάτι τέτοιο απο σένα.Μπράβο σου.","Είσαι ευαίσθητος άνθρωπος.","Τίποτα δεν έχει αλλάξει." Πόσο εύκολα αρθρώνονται και πόσο δύσκολα εννοούνται;Και το πιο σημαντικό;κάποιες που θες να τις φυλάξεις σα θησαυρό και να τις πιστέψεις,πόσο εύκολα στην πράξη διαψεύδονται; Ποιός νοιάζεται...; Αρχίζεις ένα μονόλογο.Βγάζεις ολο σου το είναι,του καταθέτεις τη ψυχή σου,τα όνειρα,τις επιθυμίες,τις σκέψεις σου.Τους φόβους σου.Μιλάς ασταμάτητα.Δάκρυα αυλακώνουν το ζεστό σου πρόσωπο.Έχεις πυρετό.Ή νομίζεις.Απο μέσα σου έρχεται αυτή η φλόγα που σε καίει ή είναι απόρροια της απογευματινής περιπλάνησης;Δεν έχεις απάντηση.Ούτε που σε ενδιαφέρει στο κάτω-κάτω.Κάποιοι σε κοιτούν περίεργα.Ποιός ξέρει τί να σκέφτονται.Και τί έγινε; Ποιός νοιάζεται...; Τον αποχαιρετάς.Περιπλανιέσαι λίγο ακόμη.Επιστροφή στο σπίτι.Κανείς.Καλύτερα,σκέφτεσαι.Κάνεις ενα μπάνιο,μια μπύρα στο χέρι,ένα τσιγάρο.Βγαίνεις στο μπαλκόνι.Και τον ξαναβλέπεις.Μακρινός σού στέκει τώρα.Ακριβοθώρητος.Μα πάντα δικός σου.Μπαίνεις μέσα.Όντως έχεις πυρετό.Δεν γελάστηκες.Ψήνεσαι.. Ανοίγεις το τηλέφωνο,με μια μικρή ελπίδα.Κάποιος θα σε έχει ψάξει,δεν μπορεί.Κανείς.Παρά μόνο ενα απ΄τα πιο σημαντικά στη ζωη σου πρόσωπα.Έχει ανησυχήσει.Σε ακούει και ηρεμεί.Μαζί του κι εσύ.Α! και ενα μήνυμα στο msn.Να΄σαι καλά που με σκέφτηκες,λες.Και στέλνεις ένα φιλί.Λες και θα το πάρει. Ποιός νοιάζεται...; Κανείς άλλος.Τίποτα.Ούτε μια τόσο δα μικρή λέξη για σένα.Ένα σημάδι.Ένα κάτι τέλος πάντων.Να σου δείξουν πως νοιάζονται.Δε βαριέσαι.Σιωπή.Έτσι κι αλλιώς το ξέρεις.Αδιάφορη είσαι.Ή τουλάχιστον δεν σημαίνεις και πολλά γι΄αυτούς.Οσο κι αν άλλα σου λένε.Πως βιάζεσαι να βγάζεις συμπεράσματα.Πως κάνεις λάθος.Πως ίσως έτσι τους αποξενώνεις.Πως τους δημιουργείς άγχος.Πως προτρέχεις και σαν σου εξηγήσουν θα καταλάβεις. Δεν πειράζει.Εσύ θα κάνεις πάντα αυτό που ξέρεις καλά,τόσα χρόνια τώρα.Οχι,οχι απο εγωισμό ή ξεροκεφαλιά.Καμία σχέση.Απλώς δεν ξέρεις να υπάρχεις αλλιώς.Κι ας μη σε καταλαβαίνουν.Κι ας σε παρεξηγούν.Και ας τους χάνεις στο τέλος-τέλος. Μέχρι το τέλος θα την πας τη ψυχή σου.Και πιο κει.Αλλά και τί μ΄αυτό;
"Αν ζητούσες να 'ρθω στο μικρό σου τ' αστέρι αν μπορούσα να δω της ψυχής σου τα μέρη Θα νικούσα το εγώ που εδώ με κρατάει έναν κόσμο να βρω και τους δυο να χωράει. Στο μακρινό σου το αστέρι να μου κρατάς σφιχτά το χέρι μικρέ μου πρίγκηπα κοιμήσου κι εγώ θα μείνω εδώ μαζί σου." (Μάριος Φραγκούλης:Μικρός Πρίγκηπας)
"...Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας, αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους. «Καλημέρα», είπε. Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα. «Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα. Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του. «Τί είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος. «Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα. «Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο. «Θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ καί θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού. «Καλημέρα», είπε η αλεπού. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ο μικρός πρίγκηπας, που στράφηκε μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «κάτω απ' τη μηλιά...» «Ποιά είσαι;», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Είσαι πολύ όμορφη...» «Είμαι μια αλεπού», είπε η αλεπού. «Έλα να παίξεις μαζί μου», της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. «Είμαι τόσο λυπημένος...». «Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου», είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη». «Α! συγγνώμη» έκανε ο μικρός πρίγκηπας. Αλλά μετά απο σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «εξημερώνω»;» (...) «Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς"». «Δημιουργώ δεσμούς;» «Βέβαια», είπε η αλεπού. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα αγοράκια. Και δεν σ' έχω ανάγκη. Και δεν μ' έχεις ανάγκη ούτε κι εσύ. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Όμως, αν μ' εξημερώσεις, θα 'χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. θα 'σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο, θα 'μαι για σένα μοναδική στον κόσμο...» «Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Υπάρχει ένα λουλούδι... νομίζω ότι με έχει εξημερώσει...» «Μπορεί», είπε η αλεπού. (...) Αλλά η αλεπού ξαναγύρισε στην ιδέα της: «Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγώ κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν μεταξύ τους, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι πλήττω λιγάκι. Αλλά αν μ' εξημερώσεις, η ζωή μου θα 'ναι σα φωτισμένη απ' τον ήλιο. Θ' αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων που θα 'ναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα βήματα με κάνουν να ξαναγυρνώ κάτω απ' τη γη. Τα δικά σου θα με καλούν σα μουσική να βγω απ' την υπόγεια φωλιά μου. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τους κάμπους με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Οι κάμποι του σταριού δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι θλιβερό. Αλλά έχεις μαλλιά χρυσαφιά. Έτσι θα 'ναι θαυμάσια, αν μ' εξημερώσεις! Το στάρι, που είναι χρυσαφί, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο στα στάρια...» Η αλεπού σώπασε καί κοίταξε για πολύ το μικρό πρίγκηπα: «Σε παρακαλώ ...εξημέρωσέ με!», είπε. (...) Έτσι ο μικρός πρίγκηπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα της αναχώρησης: «Α!» είπε η αλεπού... «θα κλάψω». «Εσύ φταις», είπε ο μικρός πρίγκηπας, «εγώ δεν ήθελα καθόλου το κακό σου, αλλά θέλησες να σ' εξημερώσω». «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Αλλά θα κλάψεις!», είπε ο μικρός πρίγκηπας. «Ναι σίγουρα», είπε η αλεπού. «Τότε δεν κερδίζεις τίποτα!» «Κερδίζω», είπε η αλεπού, «εξ αιτίας του χρώματος που έχει το στάρι.» Μετά πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.» Ο μικρός πρίγκηπας πήγε να δει τα λουλούδια (...) καί ξανάρθε στην αλεπού: «Αντίο» είπε. «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.» «Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.» «Ο χρόνος πού έχασα για το τριαντάφυλλό μου...», έκανε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται. «Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...» «Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται...." (Antoine de Saint Exupéry:Ο Μικρός Πρίγκηπας)
Αφιερωμένο... Σε σένα,που μου έδωσες την έμπνευση μιας και δεν κατάφερες μέχρι τώρα να το διαβάσεις ολόκληρο. Το πιο αγαπημένο μου κομμάτι απ΄ολο το βιβλίο. Μια απ΄τις πιο μικρές μου αλήθειες...
«Δεν ξαναμπαίνω σ΄αυτήν την πλάνη,να γίνω κάτι που το πετάς. Και θα πετάξω στη φωτιά,τα άδικα τα λόγια.Δεν ξαναγίνομαι γιορτή των αλλονών. Τ΄ορκίζομαι στον ουρανό,που μ΄αγκαλιάζει χρόνια...» (Τάνια Τσανακλίδου:Τετάρτη Βράδυ-Κόκκινο Βαθύ)
Ήταν μέρες τώρα που είχε μια άσχημη διάθεση.Κοιμόταν και ξυπνούσε με μια περίεργη γεύση.Πικράδας και... Κάποιου άλλου συναισθήματος που δεν,δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.Τα πάντα την άφηναν αδιάφορη.Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει ένα βιβλίο,αρνιόταν πεισματικά να κάνει πράματα που άλλοτε τα αποζητούσε με μανία.Τί να συνέβαινε; Μήπως είχαν αρχίσει να ξυπνούν οι παλιοί της δαίμονες και της έστηναν πάλι καρτέρι;Μήπως να ΄φταιγε το γεγονός οτι είχε κουραστεί και ήθελε επειγόντως διακοπές;Ή μήπως ήταν κάτι άλλο που,επιμελώς,προσπαθούσε να απωθήσει και να το θάψει οσο πιο βαθιά μπορούσε;Ήταν κι αυτός ο πόνος στο χέρι που ολοένα και τις τελευταίες μέρες χειροτέρευε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.Ούτε καν να πιάσει το μολύβι να γράψει. Το προηγούμενο βράδι δεν είχε κοιμηθεί καθόλου.Εφάρμοσε όλες τις πρακτικές και τις μαγγανείες που ήξερε προκειμένου,έστω και για μισή ωρα,να καταφέρει να κλείσει τα μάτια.Χαμένος κόπος.Και αποτέλεσμα;Μηδέν. Το πρωί αποφάσισε μια βόλτα στο κέντρο,έτσι,μήπως και της έφτιαχνε η διάθεση.Δε μπορεί,θα αποξεχνιόταν λίγο και που ξέρεις,μπορεί και να επέστρεφε ελαφρύτερη.Για άλλη μια φορά,ούτε κι αυτό βοήθησε.Ο κόσμος που περνούσε δίπλα της,της προκαλούσε εκνευρισμό.Δεν άντεχε το βουητό και την άσκοπη περιπλάνηση.Ήταν στον κόσμο της χωρίς να είναι."Δώσε μια μικρή βοήθεια για το παιδάκι μου».Κάποιος επαίτης την παρακαλούσε."Βρε δεν πα να ...Fucking idiot»του απάντησε και προσπέρασε.
Αποφάσισε να προστρέξει στην καλύτερη της φίλη.Ήξερε οτι αυτή θα την καταλάβαινε και οτι μαζί ίσως θα έβρισκαν τη λύση.Αλλά και εκεί θάλασσα τα έκανε.Μιλούσε απότομα,κοφτά,σχεδόν μονολεκτικά και ίσως-ίσως και επιθετικά.Η άλλη δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει.Την προκάλεσε με εκείνο τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε.Και τότε μίλησε. Με λυγμούς σχεδόν παραδέχτηκε πως την είχε κουράσει η ολη κατάσταση.Πως αυτή η αναμονή την είχε τσακίσει και πως ένιωθε οτι είχε υπερβεί τα όρια της.Ποια;Αυτή που έλεγε πως τα όρια είναι για να τα υπερβαίνουμε. Μα πάνω απ΄ολα έβγαλε θυμό.Θυμό μαζί με παράπονο και θλίψη.Για όλους όσους πέρασαν απ΄τη ζωη της και προσπέρασαν.Δεν την ένοιαζε τόσο αυτό,οσο ότι ποτέ δεν κατάλαβαν.Δεν κατάλαβαν τα θέλω της,τα όνειρα της,τις επιθυμίες της.Απλώς της ζητούσαν χρόνο,της έταζαν,της υπόσχονταν ότι όλα θα πάνε καλά.Ότι νοιάζονταν γι΄αυτήν και την αγαπούσαν.Να μην ανησυχούσε για τίποτα.Και μετά...Χωρίς καμία εξήγηση την άφηναν στην άκρη.Λες κι η ψυχή της,τα αισθήματα της ήταν ένα παιχνιδάκι που μπορούσε ο άλλος να το χρησιμοποιεί κατά πώς ήθελε.Κατά πώς τον βόλευε.Όποτε ήθελε.Κι αν ήθελε.Και τα λόγια που είχε ακούσει.Λόγια,λόγια,λόγια...Και ακόμη κάποιοι είχαν το θράσος να τα επαναλαμβάνουν. Πού ήταν λοιπόν όλοι αυτοί όταν τους χρειάστηκε;Όταν κάποιες στιγμές απεγνωσμένα τους άπλωσε το χέρι για βοήθεια;Όταν τους ζήτησε να την στηρίξουν και να μην την αφήσουν να ναυαγήσει;Πουθενά.Οχι,ήξερε πως τις μάχες τις δίνει ο καθένας μόνος του.Και ή τις κερδίζει ή τις χάνει.Σύντροφο έψαχνε κι οχι καθοδηγητή.Μια αγκαλιά να μπορεί να αφεθεί,να λυγίσει,να ονειρευτεί ξανά.Να "μιλήσει" με σιωπή.Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογηθεί.Να εξηγήσει... Ναι,λοιπόν.Ήταν θυμωμένη.Οχι τόσο με τους άλλους οσο με τον ίδιο της τον εαυτό.Αυτή έφταιγε για ολα.Αυτή έδωσε δικαιώματα.Και τώρα,καλά να τα πάθει.. Είπε πολλά.Πάρα πολλά.Ένιωσε μια ανακούφιση να την πλημμυρίζει.Τουλάχιστον τώρα ήξερε.Και πρίν θα μου πεις,μα ίσως δεν τολμούσε να παραδεχτεί.Μα αυτή η γυναίκα πάντα είχε τον τρόπο της.Την ήξερε πια καλά.Και πάντα με αγάπη ήταν δίπλα της.Μπορούσε να της βγάλει ό,τι πολλές φορές δεν τολμούσε να σκεφτεί.Και ήξερε ότι της χρωστούσε πολλά....
Το ίδιο βράδι σπίτι της πια,μόνη θα αποζητούσε πάλι έναχάδι.Μια αγκαλιά.Μια τρυφερή κουβέντα.Μα τώρα πια ήξερε.Απο πού δεν έπρεπε να τα ζητήσει.Οσο κι αν τα ήθελε,τα λαχταρούσε.Και αυτό θα την πονούσε,θα την πλήγωνε και θα την εξουθένωνε πιό πολύ και απ΄ την εξομολόγηση που είχε προηγηθεί.Κι ας ήθελε να ακούσει πάλι λόγια.Ποιός ξέρει;Ίσως αυτή τη φορά να τα εννοούσαν... Άραγε θα τα κατάφερνε;