Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

Ποτέ ξανά...






"Θυμάμαι,τίποτα δεν άξιζε να πάμε,τίποτα απ΄τα πράγματα που τώρα μ΄έκανε η ζωή να μπορώ να τα λέω για δώρα..."
(Χάρις Αλεξίου:Τα Καρέλια)

Της ζήτησε χρόνο.Να σκεφτεί. Να σιγουρευτεί.Οχι πως δεν ήξερε,μα έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση.Πώς θα συνέχιζαν.Μαζί και χώρια ή μαζί-μαζί;Φαινόταν διχασμένος.Ήξερε,λέει,μα έπρεπε να βεβαιωθεί.
Το δέχτηκε.Τί άλλο μπορούσε να κάνει;Είχε συνηθίσει εξάλλου.Πάντα όλοι χρόνο της ζητούσαν.Κι ας ήξερε.Κι ας μάντευε.Πως τούτη η επίκληση μόνο πόνο θα της έφερνε.Έτσι γινόταν πάντα.Ο χρόνος που κυλούσε δεν έφερνε τον χρόνο πίσω και όσα της ζητούσαν.Και πολύ περισσότερο απαντήσεις.
"Ας μείνει μόνος" λοιπόν,σκέφτηκε.Θα του έδινε αυτό που της ζητούσε.
Συνέχισε τη ζωη της κανονικά.Υποτίθεται.Γιατί ολοένα και πιο συχνά έπιανε τον εαυτό της να ρίχνει κλεφτές ματιές στο κινητό της.Κι αν την είχε πάρει;Κι αν είχε αφήσει μήνυμα και δεν το είχε δει εγκαίρως;Που και που τον έψαχνε.Του τηλεφωνούσε,του έστελνε μηνύματα.Ανάλογα με τη διάθεση του απαντούσε.Άλλοτε ψυχρά και τυπικά.Άλλοτε της έλεγε πως του έλειπε.Και πολλές φορές,εμφανώς,την αγνοούσε.
Πέρασε καιρός.Η αναμονή την είχε τσακίσει.Τα βράδια, το κινητό είχε πάρει μια μόνιμη θέση στο μαξιλάρι της.Ξυπνούσε,όσο βέβαια κατάφερνε να κοιμηθεί,και το αναζητούσε.Στην ουσία αυτόν αναζητούσε.Την απάντηση του.Δεν την ένοιαζε τόσο το ναι ή το όχι όσο να πάρει μιαν απάντηση.Χίλιες φορές ενα όχι παρά αυτή η αδιαφορία.
Και μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση.Του τηλεφώνησε αυτή.Της είπε πως είχε πάρει τις αποφάσεις του και σχεδόν ήταν σίγουρος.Δυό μέρες ζητούσε μόνο και μετά...
Μετρούσε τις ώρες,τα λεπτά."Δεν μπορεί.Μου το υποσχέθηκε.Και δεν πέρασαν ακόμη οι δυό μέρες..."
Φυσικά δεν της τηλεφώνησε.Δεν την έψαξε.Το κατάλαβε.Όλα είχαν τελειώσει.Έκλεισε το κινητό.Αυτό που είχε μόνο γι΄αυτόν.Για να τη βρίσκει μόνον εκείνος.Το άφησε σε μια γωνιά και σχεδόν το ξέχασε.Πέρασε καιρός.Το χρειάστηκε ξανά.Το άνοιξε και βρήκε ένα μήνυμα:"Θα τα πούμε από κοντά.Αύριο στις δέκα.Στον Λωτό,στο Νεο Ψυχικό.Να είσαι εκεί.Θα σε περιμένω." Κοίταξε το ημερολόγιο.Είχε περάσει κιόλας μια βδομάδα.Πάτησε "απάντηση" και βρήκε μια καλή δικαιολογία.Πως μόλις το είχε πάρει απο το service και γι΄αυτό δεν απάντησε νωρίτερα.Πως ήταν πρόθυμη να τον δει και σήμερα,τώρα,όποτε τέλος πάντων αυτός μπορούσε.Πληκτρολόγησε το νούμερο του.Μα αντί αποστολής πάτησε αυτόματα διαγραφή και σβήσιμο.
"Δεν έχει καμιά σημασία πια",σκέφτηκε."Αν πραγματικά ήθελε,αν επιθυμούσε να δώσει την απάντηση που όφειλε θα με είχε ψάξει.Θα με είχε βρεί."
Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε,σχεδόν ορκίστηκε στον εαυτό της,πως ποτέ πια δεν θα ξαναέδινε χρόνο.Σε κανέναν.Ποτέ ξανά.Γιατί ο χρόνος πάντα εχθρός της στεκόταν σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις.Γιατί ήξερε.Γιατί είχε μάθει πιά....
Δεν κράτησε τον όρκο της.Τον έσπασε.Την επόμενη φορά που πάλι χρόνος της ζητήθηκε,πάλι ναι είπε.
Όχι,δεν ήταν ανακόλουθη με τον εαυτό της.Απλώς αγαπούσε.Και δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς...