Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Αύριο κιόλας





Ήταν από κείνα τα βράδυα που δε μπορούσε να κοιμηθεί.Λες και κάτι δεν την άφηνε να κλείσει μάτι.Περίεργο της φαινόταν.Τις προηγούμενες δυό μέρες ζήτημα ήταν αν είχε κοιμηθεί οκτώ ώρες συνολικά.Είχε ξενυχτήσει.Δυό βράδυα στο καπάκι. «Δε βαριέσαι.Για καλό σκοπό ήταν» σκέφτηκε και χαμογέλασε.Σηκώθηκε από το κρεββάτι και πήγε να πάρει το βιβλίο που διάβαζε τούτον το καιρό.Έκανε να ξαναπάει στο δωμάτιο της μα το μετάνιωσε. «Καλύτερα στο γραφείο να καθήσω» μονολόγησε, «κι όταν δω πως αρχίζω να νυστάζω,τότε την κάνω σιγά σιγά».Έβαλε ένα διπλό Chivas και άναψε τσιγάρο.Κάπνιζε πάρα πολύ το τελευταίο διάστημα.Δυό πακέτα και...Και φυσικά ούτε λόγος να το κόψει.Ούτε καν να το μειώσει.Κι ας αισθανόταν κάτι περίεργα συμπτώματα.Πότε ταχυκαρδίες,πότε αρρυθμίες.Το συζήτησε με φίλο της καρδιολόγο. «Άγχος είναι μάλλον.Μα για καλό και για κακό,έλα να κάνουμε έναν υπέρηχο.Να βεβαιωθούμε πως όλα καλά.Και στο μεταξύ φρόντισε να αλλάξεις μυαλά». «Βρε δε σου κάθομαι που να χτυπιέσαι κάτω» απαντούσε εκείνη. «Όχι τώρα,τουλάχιστον.Κι άστα τα μυαλά μου ήσυχα γιατρέ.Δεν είναι της ειδικότητας σου» και γελούσαν σαν παιδιά κι οι δυό

Έπιασε να διαβάζει από κει που είχε σταματήσει.Άναψε τσιγάρο,έβαλε και τις μουσικές που αγαπούσε να ακούει το τελευταίο διάστημα,κι όλα καλά.Ή περίπου καλά.Γιατί άρχισε να έχει πάλι τα ίδια συμπτώματα.Δεν έδωσε σημασία.Συνέχισε να κάνει ό,τι είχε ξεκινήσει.Μα το αισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά.Ξαφνικά άκουσε έναν ψίθυρο.Κάποια γυναίκα της μιλούσε.Περίεργο.Ήταν μόνη της στο δωμάτιο και στο σπίτι γενικότερα. Κίνησε προς την πόρτα.Μήπως είχαν γυρίσει οι υπόλοιποι και δεν τους κατάλαβε;Μπα,κανείς.Εξακολουθούσε να είναι μόνη της.Γύρισε πάλι στο γραφείο της.Άναψε ένα ακόμη τσιγάρο.Αισθανόταν κάπως καλύτερα,οπότε γιατί όχι;Όπως κοίταξε έξω απ΄το παράθυρο για να δει αν έβρεχε,είδε στο τζάμι μια πεταλούδα.Απ΄ αυτές που ψυχές τις ονοματίζουν.Έτσι τις έλεγε η γιαγιά της και τις εφιστούσε την προσοχή ποτέ να μην τις πειράξει.Κι ούτε βέβαια να τις σκοτώσει.Γιατί θα ήταν σαν να έκανε φόνο.Να σκότωνε μια ψυχή,ήταν αμαρτία.Σαν να φόνευε έναν άνθρωπο.Χαμογέλασε,ελαφρώς ειρωνικά. «Προλήψεις και προκαταλήψεις των γηραιότερων» σκέφτηκε,μα δεν έκανε και την παραμικρή κίνηση για να τη διώξει.Μάλλον από σεβασμό στη μνήμη της γιαγιάς κι όχι γιατί πίστευε τα λόγια της
Και τότε την άκουσε να μιλάει.Απ΄αυτήν ερχόταν ο ψίθυρος που είχε ακούσει. «Τί διάολο,παραισθήσεις έχω;Να φταίει η αϋπνία μου ή τα ουίσκια;» σκέφτηκε δυνατά. «Σώπα για λίγο και άκουσε.Όσα έχω να σου πω.Γιατί δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεση μου.Σε λίγο θα πρέπει να επιστρέψω εκεί που ανήκω»

«Εμείς οι ψυχές κουβαλάμε όλη τη ζωή σας.Τις ενοχές,τους φόβους.Τις θλίψεις και τις χαρές σας.Εικόνες,όνειρα,χρώματα και μορφές.Διλήμματα που κάποτε σας κύκλωσαν και αμαρτίες που διαπράξατε στο όνομα μιας στιγμής ιερής.Μα συνάμα και ασεβούς.Πονάμε και κλαίμε όταν αισθανόμαστε πως άλλα θέλετε και άλλα κάνετε.Πότε από δειλία και πότε από ψευτοεγωισμό.Πονάμε όταν χάνετε αγαπημένα πρόσωπα.Μα αυτό που στ΄αλήθεια μας τσακίζει είναι όταν ακούμε να σας λένε πως θα ξεχάσετε.Κι εσείς τους πιστεύετε.Γιατί όταν πονάμε και μας λεν πως θα ξεχάσουμε ο πόνος είναι μεγαλύτερος.Γιατί δε θέλουμε να ξεχάσουμε.Όχι τότε.Γιατί νιώθουμε πως θα είμαστε έτσι για πάντα.Γιατί μόνο τότε αληθεύει ο πόνος.Γιατί η αγάπη κρύβει πόνο κι ο πόνος την αγάπη.Γιατί σα δε πιστεύεις πως θα αγαπάς για πάντα,τότε ψεύτικη θα είναι η αγάπη.Κι ας ξέρεις πως κάποτε θα πάψεις ν΄αγαπάς.Μα κείνη τη στιγμή δε θέλεις να το ξέρεις.Γιατί στα αισθήματα σου δε γίνεται να βάζεις ημερομηνία λήξης.Μα κι αν αυτή υπάρχει,υπάρχει μόνο εκ των υστέρων.Κι όχι από τα πρίν.Για να ΄χουν νόημα οι αρχές
Κι όταν εαυτούς κι αλλήλους μισείτε είναι σαν να μας ακυρώνετε.Αφού ακυρωθήκατε πρώτοι εσείς.Γιατί θα πει πως δεν είσασταν αληθινοί.Πως δεν υπήρξατε.Κι όταν σας καλεί η ζωή κι εσείς την προσπερνάτε με ανόητες δικαιολογίες γαντζωμένοι από ένα τίποτα τότε είναι που μας καταδικάζετε σε μια άνυδρη έρημο.Σε ένα σύννεφο μας φυλακίζετε που ποτέ δε θα φέρει τη βροχή.Κι ας τη λαχταράμε τόσο.Γιατί εμείς δε θέλουμε απ΄τη ζωή να αποκοπούμε.Κι όσα αυτή θα δώσει.Και θα φέρει
Κι όταν τον κόσμο βλέπετε,άραγε αναρωτηθήκατε ποτέ τι ακριβώς βλέπετε;Είδωλα ή εικόνες πραγματικές,Και με ποιανού τα μάτια;Τα δικά σας ή των άλλων;Μα στην ουσία απλώς παρατηρείτε.Και ρόλους ανταλλάσσετε.Θεατές της ίδιας της ζωής σας και της ζωής των άλλων.Και μη τύχει και πρωταγωνιστές σάς χρίσουν.Πάραυτα θα επιστρέψετε τον αποδιδόμενο ρόλο γιατί ανέστιοι και ανοίκειοι θα αισθανθείτε.Κι όπως σε καλούπια βάνετε τη ζωή σας,το ίδιο και με τα αισθήματά σας κάνετε.Σε φτηνό παζάρι τα πουλάτε και τα αγοράζετε.Σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς.Της προσφοράς και της ζήτησης.Κι όποιος τα πιο πολλά προσφέρει εκεί με προθυμία ξεπουλιέστε.Χωρίς αιδώ.Χωρίς αντίσταση.Χωρίς αλήθειες.Χωρίς ψυχή.Γιατί λησμονήσατε πως έχετε ψυχή.Πως είμαστε κι εμείς μέρος του είναι σας.Αν θυμόσαστε πως είστε και «είναι». Κι όχι μόνο «φαίνεσθαι»
Όλα μισά τα ζείτε.Στιγμές,μνήμες,χαρές,όνειρα,τις μέρες που ΄ρχονται και φεύγουν.Για να ΄ρθουν άλλες μέρες.Που θα ΄ναι πιο λειψές απ΄τις μέρες και τις νύχτες που ξεχάσατε.Τη λήθη βαφτίζετε για αλήθεια και νόημα δίνετε στο ψεύδος.Στο όνομα μιας χαμένης αλήθειας.Διεκπεραιωτές και συνάμα θεατές σε ένα θέατρο του παραλόγου.Ημιθανείς και αιρετικοί συνεπιβάτες στην κιβωτό της απωλείας σας,βαφτίζετε Θεό το διάβολο και το διάβολο Θεό.Εχθρό σας κάνετε το δάκρυ και αλάτι ρίχνετε στις πληγές των προδομένων.Μαχαίρια βγάνετε και τα βυθίζετε όσο πιο βαθιά μπορείτε.Μέχρι να φτάσουν στις ψυχές»

Άκουσε βήματα στο σπίτι.Προφανώς θα είχαν επιστρέψει οι υπόλοιποι.Η ώρα είχε πάει ήδη τέσσερις.Άναψε ακόμη ένα τσιγάρο και ήπιε τις τελευταίες γουλιές του ποτού της.Να ΄χε μεθύσει άραγε και φαντασιωνόταν τα όσα άκουσε;Ή μήπως έφταιγε η κούραση και το ξενύχτι των προηγούμενων ημερών;Μπα,μια χαρά ήταν.Μόνο αυτές οι γαμημένες ταχυκαρδίες συνεχίζονταν

«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να σου «κάτσω» φίλε μου.Αύριο κιόλας»,ψιθύρισε και ασυναίσθητα κοίταξε το τζάμι.Δεν υπήρχε τίποτα...