Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Θυμός ήταν...






«Δεν ξαναμπαίνω σ΄αυτήν την πλάνη,να γίνω κάτι που το πετάς.
Και θα πετάξω στη φωτιά,τα άδικα τα λόγια.Δεν ξαναγίνομαι γιορτή των αλλονών.
Τ΄ορκίζομαι στον ουρανό,που μ΄αγκαλιάζει χρόνια...»
(Τάνια Τσανακλίδου:Τετάρτη Βράδυ-Κόκκινο Βαθύ)


Ήταν μέρες τώρα που είχε μια άσχημη διάθεση.Κοιμόταν και ξυπνούσε με μια περίεργη γεύση.Πικράδας και... Κάποιου άλλου συναισθήματος που δεν,δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.Τα πάντα την άφηναν αδιάφορη.Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει ένα βιβλίο,αρνιόταν πεισματικά να κάνει πράματα που άλλοτε τα αποζητούσε με μανία.Τί να συνέβαινε;
Μήπως είχαν αρχίσει να ξυπνούν οι παλιοί της δαίμονες και της έστηναν πάλι καρτέρι;Μήπως να ΄φταιγε το γεγονός οτι είχε κουραστεί και ήθελε επειγόντως διακοπές;Ή μήπως ήταν κάτι άλλο που,επιμελώς,προσπαθούσε να απωθήσει και να το θάψει οσο πιο βαθιά μπορούσε;Ήταν κι αυτός ο πόνος στο χέρι που ολοένα και τις τελευταίες μέρες χειροτέρευε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.Ούτε καν να πιάσει το μολύβι να γράψει.


Το προηγούμενο βράδι δεν είχε κοιμηθεί καθόλου.Εφάρμοσε όλες τις πρακτικές και τις μαγγανείες που ήξερε προκειμένου,έστω και για μισή ωρα,να καταφέρει να κλείσει τα μάτια.Χαμένος κόπος.Και αποτέλεσμα;Μηδέν.
Το πρωί αποφάσισε μια βόλτα στο κέντρο,έτσι,μήπως και της έφτιαχνε η διάθεση.Δε μπορεί,θα αποξεχνιόταν λίγο και που ξέρεις,μπορεί και να επέστρεφε ελαφρύτερη.Για άλλη μια φορά,ούτε κι αυτό βοήθησε.Ο κόσμος που περνούσε δίπλα της,της προκαλούσε εκνευρισμό.Δεν άντεχε το βουητό και την άσκοπη περιπλάνηση.Ήταν στον κόσμο της χωρίς να είναι."Δώσε μια μικρή βοήθεια για το παιδάκι μου».Κάποιος επαίτης την παρακαλούσε."Βρε δεν πα να ...Fucking idiot»του απάντησε και προσπέρασε.

Αποφάσισε να προστρέξει στην καλύτερη της φίλη.Ήξερε οτι αυτή θα την καταλάβαινε και οτι μαζί ίσως θα έβρισκαν τη λύση.Αλλά και εκεί θάλασσα τα έκανε.Μιλούσε απότομα,κοφτά,σχεδόν μονολεκτικά και ίσως-ίσως και επιθετικά.Η άλλη δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει.Την προκάλεσε με εκείνο τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε.Και τότε μίλησε.
Με λυγμούς σχεδόν παραδέχτηκε πως την είχε κουράσει η ολη κατάσταση.Πως αυτή η αναμονή την είχε τσακίσει και πως ένιωθε οτι είχε υπερβεί τα όρια της.Ποια;Αυτή που έλεγε πως τα όρια είναι για να τα υπερβαίνουμε.
Μα πάνω απ΄ολα έβγαλε θυμό.Θυμό μαζί με παράπονο και θλίψη.Για όλους όσους πέρασαν απ΄τη ζωη της και προσπέρασαν.Δεν την ένοιαζε τόσο αυτό,οσο ότι ποτέ δεν κατάλαβαν.Δεν κατάλαβαν τα θέλω της,τα όνειρα της,τις επιθυμίες της.Απλώς της ζητούσαν χρόνο,της έταζαν,της υπόσχονταν ότι όλα θα πάνε καλά.Ότι νοιάζονταν γι΄αυτήν και την αγαπούσαν.Να μην ανησυχούσε για τίποτα.Και μετά...Χωρίς καμία εξήγηση την άφηναν στην άκρη.Λες κι η ψυχή της,τα αισθήματα της ήταν ένα παιχνιδάκι που μπορούσε ο άλλος να το χρησιμοποιεί κατά πώς ήθελε.Κατά πώς τον βόλευε.Όποτε ήθελε.Κι αν ήθελε.Και τα λόγια που είχε ακούσει.Λόγια,λόγια,λόγια...Και ακόμη κάποιοι είχαν το θράσος να τα επαναλαμβάνουν.
Πού ήταν λοιπόν όλοι αυτοί όταν τους χρειάστηκε;Όταν κάποιες στιγμές απεγνωσμένα τους άπλωσε το χέρι για βοήθεια;Όταν τους ζήτησε να την στηρίξουν και να μην την αφήσουν να ναυαγήσει;Πουθενά.Οχι,ήξερε πως τις μάχες τις δίνει ο καθένας μόνος του.Και ή τις κερδίζει ή τις χάνει.Σύντροφο έψαχνε κι οχι καθοδηγητή.Μια αγκαλιά να μπορεί να αφεθεί,να λυγίσει,να ονειρευτεί ξανά.Να "μιλήσει" με σιωπή.Χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογηθεί.Να εξηγήσει...
Ναι,λοιπόν.Ήταν θυμωμένη.Οχι τόσο με τους άλλους οσο με τον ίδιο της τον εαυτό.Αυτή έφταιγε για ολα.Αυτή έδωσε δικαιώματα.Και τώρα,καλά να τα πάθει..
Είπε πολλά.Πάρα πολλά.Ένιωσε μια ανακούφιση να την πλημμυρίζει.Τουλάχιστον τώρα ήξερε.Και πρίν θα μου πεις,μα ίσως δεν τολμούσε να παραδεχτεί.Μα αυτή η γυναίκα πάντα είχε τον τρόπο της.Την ήξερε πια καλά.Και πάντα με αγάπη ήταν δίπλα της.Μπορούσε να της βγάλει ό,τι πολλές φορές δεν τολμούσε να σκεφτεί.Και ήξερε ότι της χρωστούσε πολλά....

Το ίδιο βράδι σπίτι της πια,μόνη θα αποζητούσε πάλι ένα χάδι.Μια αγκαλιά.Μια τρυφερή κουβέντα.Μα τώρα πια ήξερε.Απο πού δεν έπρεπε να τα ζητήσει.Οσο κι αν τα ήθελε,τα λαχταρούσε.Και αυτό θα την πονούσε,θα την πλήγωνε και θα την εξουθένωνε πιό πολύ και απ΄ την εξομολόγηση που είχε προηγηθεί.Κι ας ήθελε να ακούσει πάλι λόγια.Ποιός ξέρει;Ίσως αυτή τη φορά να τα εννοούσαν...


Άραγε θα τα κατάφερνε;