Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Οι δικοί μου γενάρηδες





Αυτοί που..

Ερωτεύτηκα.Που θυμήθηκα.Που ξέχασα
Που έκλεψα.Που με άλλαξαν.Που δόθηκα.Που με ξέχασαν


Που βράχηκα μέχρι την ψυχή.Που στέγνωσα.Που έλιωσα
Που τραγούδησα.Που με έκλεψαν.Που με μίσησαν


Οι δικοί μου γενάρηδες

Που πίστεψα.Και δεν με πίστεψαν.Που μου έταξαν.Κι ύστερα ξέχασαν
Που νόμισαν πως κράτησαν στα χέρια τους τα κλειδιά της βασιλείας.Κι ύστερα μέσα σε μια νύχτα παραβιάστηκε η Εδέμ τους από αγάπες αυτοαναιρούμενες


Που ζωγράφισαν ταξίδια.Κι ύστερα τσάκισαν το καράβι μου και το πέταξαν να σαπίσει σε ένα παλιό και ξεχασμένο ταρσανά
Που αγκάλιασα.Μα με πρόδωσαν.Που τους άντεξα.Μα δεν το θυμήθηκαν


Που τις στιγμές τους ψηλάφισα.Και δεν μου το συγχώρησαν.Ακόμα και τώρα
Που εξάντλησαν το ωραίο.Και το επαναπροσδιόρισαν.Μεταμορφώνοντάς το σε αρχέγονο κάλλος


Που φωτογράφισαν τη μνήμη.Και τη στιγμή του «κλικ»,σταμάτησαν στην αθωότητα της αιωνιότητας.Μη δυνάμενοι να προφυλάξουν το μαρτύριο του χαμού τους
Που δίψασαν για Ζωή.Και δεν φοβήθηκαν το θάνατο να αγκαλιάσουν.Και την τρέλλα που τον γεννάει

Που ματαίωσαν και ματαιώθηκαν.Μα δεν συνθλίφτηκαν από τη λήθη.Ούτε εξοστρακίστηκαν στο παραμύθι του προβλέψιμα απρόβλεπτου
Που με τον χρόνο τους αναμετρήθηκαν.Με τα κέρδη τους.Και τις απώλειές τους.Και τις ευθύνες τους ανέλαβαν.Για το άμετρο μέτρο που στην Αγάπη δεν εφάρμοσαν

Που κυνήγησαν το ανέφικτο.Πόθησαν το άπειρο.Και ρίζωσαν στη σχετική απολυτότητα του πάντα.Ελπίζοντας σ΄αυτήν μέχρι το τέλος

Οι δικοί μου γενάρηδες

Αρχή και τέλος

Του

Θανάτου

Μα

Και

Της

Αθανασίας [ μου…]