Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Ακόμη παιδί




Παιδί

Κάθε που ονειρευόταν.Κάθε που πίστευε πως όλα τα μπορεί.Κάθε που ήλπιζε πως τίποτα δεν χάθηκε.Κάθε που τ΄ αστέρια μέτραγε και προσευχές σιγοτραγούδαγε κάτω απ΄το φως μιας ολόγιομης σελήνης.Κι ας μάτωνε το φεγγάρι.Κι ας σκόρπιζε ο άνεμος τα λόγια τους στους πέντε ανέμους

Παιδί

Όταν ζωγράφιζε ακόμα παραμύθια.Με χέρι τρεμάμενο.Κι ας μην ήξερε να ζωγραφίζει.Ποτέ δε μπόρεσε.Μα είχε φαντασία.Και σε αόρατους καμβάδες άπλωνε τα χρώματα της δικιάς της παλέτας.Κι ας τελείωναν κάποτε τα χρώματα

Παιδί

Όταν μπάρκαρε σε πλοία πειρατικά.Εκείνη και οι "ναύτες" της.Για να ανακαλύψουν νέους θησαυρούς.Για να κουρσέψουν τη στιγμή.Με πυξίδα την καρδιά.Για το άγνωστο.Κι όπου τους έβγαζε.Κι ας πορευόταν καμιά φορά με λανθασμένους χάρτες.Το ήξερε.Και τί μ΄αυτό;

Παιδί

Κάθε που βούταγε σε γέλια αγαπημένων.Κάθε που ναυαγούσε σε άγνωρες στεριές.Όταν πατρίδα ονόμαζε κάθε τι που λάτρευε.Ακόμη κι όταν αυτό μακριά του την εξόριζε.Κάθε που η ανάμνηση των «χωμάτων» της, της έφερνε δάκρυα στα μάτια.Και τον πόνο προσπαθούσε χαμόγελο να κάνει.Με ένα πονεμένο χαμόγελο.Μα καταδικό της

Παιδί

Κάθε που αφηνόταν να μαγευτεί από τις ομορφιές του κόσμου.Και να αγαπήσει κάθε τι δικό του.Ακόμη και την ασχήμια του.Γιατί στα μάτια της όλα μπορούσαν να μεταμορφωθούν.Ακόμη και οι δαίμονες.Κι ας ήξερε πως ίσως και να μην ήταν έτσι.Γιατί οι δαίμονες ποτέ δεν αγιοποιούνται.Όσο κι αν το ήθελε

Παιδί

Κάθε που την καρδιά της ακολουθούσε.Κι ας έλεγαν πως είναι λογική.Λογικά παράλογη ήταν.Ή μήπως παράλογα λογική;Οδοιπόρος σε ένα μεθυσμένο δρόμο.Θησέας σε έναν απροσδιόριστο λαβύρινθο.Χωρίς Αριάδνες και μίτους.Με μόνο οδηγό τα Επιφάνια του Έρωτα.Και κείνα της Αγάπης.Κι ας παραμόνευαν οι Μινώταυροι.Θα τους νικούσε.Θα τους νικούσε;

Παιδί

Κάθε που προσπαθούσε αινίγματα να λύσει.Που σε αλφαβητάρια και αναγνωστικά συλλάβιζε το «σ΄αγαπάω».Κείνα που είπε.Και τα άλλα που άκουσε.Αυτά που λαχτάρησε.Και κείνα που την αρνήθηκαν.Και τα άλλα.Που ποτέ στο φως δεν βγήκαν.Από φόβο.Ή από αδυναμία παραδοχής

Παιδί

Κάθε που μαχαίρωνε την έρημο.Για να βρει μιαν ανάσα.Μια όαση δροσιάς.Ένα αναφιλητό συγγνώμης.Ένα παλίμψηστο μονογραμμάτων.Μια καρκινική επιγραφή.Ακατανόητη στα μάτια των πολλών.Κι άπλωνε το χέρι τους κάκτους να χαϊδέψει.Γιατί δεν τα λογάριαζε τα αγκάθια τους.Κι ας ήξερε πως θα την κερνούσαν αίμα

Παιδί

Κάθε που απότομα μεγάλωνε.Όταν την ανάγκαζαν να μεγαλώσει.Μιλώντας της για- και με -ψεύτικες αλήθειες κι ανορθόδοξα παραμύθια.Για κείνο το τέλος που πάντα διαφορετικό ήταν από το υποσχόμενο.Από το προσδοκώμενο.Από το επιθυμητό.Από ΄κείνο που της άξιζε

Εκείνο το παιδί
Που μέσα της μεγάλωνε μέρα τη μέρα
- χωρίς ποτέ να μεγαλώνει-

Εκείνο το παιδί
Που τα όνειρά του καπηλεύτηκαν και ποδοπάτησαν
-τι αξία να΄χουν άραγε τα όνειρα ενός παιδιού αφού μόνο όνειρα θα παραμείνουν-


Για ΄κείνο το παιδί
Ορκίστηκε
Πάντα παιδί να παραμείνει
Κι ας ήξερε πως τούτο το όνειρο και το τίμημά του

Θα το πλήρωνε με τίμημα τις δικές της απαντοχές
Μέχρι τελευταίας δεκάρας

Μα δε μπορούσε.Ούτε και θέλησε ποτέ αλλιώς να μπορούσε να μπορεί
Γιατί τα όνειρα και τα παιδιά
Πάντα αντέχουν σαν παιδιά όνειρα να κάνουν
Και να τα αγαπάνε._


Καληνύχτα…