Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Μια αφορμή





Ήταν μια από κείνες τις δύσκολες νύχτες.Απ΄αυτές που ευχόταν να ξημερώσει γρήγορα.Πόσο θα ΄θελε να μη σκεφτόταν.Τίποτα.Και κανέναν.Μα ήξερε πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. «Δεν γίνεται να μη σκέφτεσαι.Δε μπορείς να το κάνεις.Γιατί τότε θα πάψεις να ζεις». Τούτες οι λέξεις αντηχούσαν στο μυαλό της.Ξανά και ξανά.Προσπάθησε να τις διώξει.Λες και μ΄αυτό τον τρόπο θα έδιωχνε και τις σκέψεις.Μάταιος κόπος.Γιατί όσο πιο πολύ κάτι τέτοιο επιθυμούσε,τόσο περισσότερο αυτές θέριευαν. «Σκέφτομαι,άρα υπάρχω» δεν είχε πει και ο Ντεκάρτ; «Και ποιός σου είπε ρε πως εγώ θέλω να υπάρχω;».Μαλακίες φιλοσοφίες.Για να περνάει η ώρα

Ένιωσε να πνίγεται.Σηκώθηκε απ΄το κρεββάτι της και άναψε τσιγάρο.Πάλι είχε καπνίσει τα κέρατά της. «Ε και;» αναρωτήθηκε.Πάντα κάπνιζε πολύ.Μα τον τελευταίο καιρό το είχε παρακάνει.Το ήξερε.Έλεγε πως θα το κόψει.Πως ήθελε τουλάχιστον.Ποτέ όμως δεν το θέλησε πραγματικά.Αν το ήθελε,θα το είχε κάνει

Έπρεπε να σκεφτεί ψύχραιμα.Ώριμα και λογικά.Χαμογέλασε.Η λογική δεν ήταν πάντα το καλύτερό της.Περισσότερο το συναίσθημα την καθοδηγούσε.Το ήξερε. «Γι΄αυτό μαλάκα μου και μια ζωή την πατάς» έπιασε τον εαυτό της να μονολογεί.
Μα τώρα ήταν αποφασισμένη πως δεν είχε άλλη λύση.Πως μονόδρομος μπροστά της ήταν μόνο αυτός.Και το ήξερε

Έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες της.Να οριοθετήσει τα θέλω της.Να φρενάρει τις επιθυμίες της.Να παρακούσει την καρδιά της.Και τις προσταγές της.Κι ας ήθελε.Κι ας λαχταρούσε.Κι ας ονειρευόταν.Το είχε υποσχεθεί εξάλλου.Πως λογικά θα σκεφτόταν.Και θα αποφάσιζε.Ό,τι κι αν ήταν αυτό

Κάθισε στο γραφείο της.Κρύωνε.Άναψε τσιγάρο.Κι άλλο.Κι άλλο...Λες και στον καπνό θα έβρισκε τις απαντήσεις.Άνοιξε το ράδιο.Δε μπορούσε χωρίς μουσική.Άκουσε αυτό το τραγούδι. «Μη κλείσεις τα μάτια.Μη γίνεις κομμάτια.Απλά χαμογέλασε...» Χαμογέλασε.Αυτή η φωτιά την έκαιγε.Κι όλα μπερδεμένα ήταν μέσα της

«Κάποτε.Όταν πια ξεχάσουμε.Και το όνειρο θα σβήσει.Σκιές στο κενό.Μοναξιά.Παραμύθι». Χαμογέλασε ξανά.Μόνο που αυτή τη φορά διαφορετικά ήταν.Γιατί δεν έκλεισε τα μάτια.Γιατί μάζεψε τα κομμάτια της.Και σκέφτηκε.Λογικά.Ψύχραιμα.Ώριμα.Όπως θα ταίριαζε στην ηλικία της.Κι ας ήταν ακόμη ένα μεγάλο παιδί

Έξω ήδη ξημέρωνε.Πόσο γρήγορα είχε περάσει η ώρα.Μα δεν την ένοιαζε.Δεν νύσταζε καθόλου.Ίσα ίσα που μια ανακούφιση αισθάνθηκε να την πλημμυρίζει.Γιατί η μέρα που γεννιόταν διαφορετική θα ήταν.Και το ήξερε

Γιατί τώρα πια κατάλαβε.Γιατί είχε μάθει.Γιατί είχε τραβήξει τη σκανδάλη

Και είχε καταφέρει να βγει ζωντανή

Όχι όμως και αλώβητη

Χαμογέλασε ξανά.Κι άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Αυτό το άτιμο θα με ξεκάνει» σκέφτηκε. «Αυτό και η αγάπη». Μα έλα που της άρεσαν και τα δύο.Και βέβαια ούτε λόγος να ξεκόψει μαζί τους

«Αν είναι να πεθάνω,ας πεθάνω απ΄αυτά» ψιθύρισε.Και έβαλε ξανά να ακούσει το ίδιο τραγούδι.Αυτό ήταν η αφορμή...