Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Μήνες μετά




Είχαν περάσει οκτώ μήνες από την τελευταία τους συνάντηση.Μιλούσαν αραιά και που.Ποτέ δεν είχαν ζητήσει να συναντηθούν.Τί θα ωφελούσε άλλωστε;Δεν είχαν να πουν και πολλά.Γι΄αυτό και ξαφνιάστηκε όταν της ανακοίνωσε πως ήταν Αθήνα και ήθελε να τη συναντήσει.Δέχτηκε.Τί είχε να χάσει;

Τον είδε λίγες ώρες μετά.Μια συνάντηση δύσκολη,επίπονη.Με πολλές σιωπές και εκατέρωθεν εκνευρισμό.Ήξερε πως τούτος ο άντρας ή θα την ηρεμούσε ή θα την τάραζε.Πάντα έτσι γινόταν.Δεν υπήρχε μέση λύση.Ποτέ

Συναντήθηκαν ξανά την επόμενη.Τον παρατηρούσε για ώρα.Ήταν ο ίδιος.Δεν είχε αλλάξει.Φορούσε την ίδια κολώνια.Αυτή που πάντα της άρεσε να μυρίζει πάνω του.Κάπνιζε τα ίδια τσιγάρα. «Ξενέρωτα κι εσύ;» τον ρώτησε.Αυτός γέλασε δυνατά.Της είχε λείψει το γέλιο του. «Ξενέρωτα κι εγώ.Και μη μου κάνεις τράκα αν σε χαλάνε» απάντησε και γέλασε ξανά.Παρατήρησε πως είχε αφήσει τα μαλλιά του να μακρύνουν. «Περίεργο,σκέφτηκε,δεν το είχα προσέξει την προηγούμενη»

Περιπλανήθηκαν στα δρομάκια της Πλάκας.Εκείνη του ζήτησε να πάνε εκεί.Το ήθελε τόσο πολύ να χαθεί στη μαγεία της.Να περπατήσουν μαζί στα μέρη που αγαπούσε να χάνεται.Ποτέ της δεν την έμαθε.Δεν θέλησε να την μάθει.Γι΄αυτό και κάθε φορά νόμιζε πως τη γνώριζε απ΄την αρχή.Πως ποτέ δεν είχε ξαναπεράσει από κείνα τα μέρη

Πήραν δυό μπύρες.Κάθησαν σε ένα πεζουλάκι.Ήταν περίεργα ήρεμοι και οι δυό.Θυμήθηκαν πως γνωρίστηκαν.Φοιτητές στο ίδιο τμήμα.Ποτέ δεν είχαν πει πάνω από ένα γειά.Μια μέρα βρέθηκαν να τρώνε μαζί στο ίδιο τραπέζι. «Θυμάσαι,της είπε,πως μια τυρόπιττα ήταν η αφορμή για να μιλήσουμε;». Και βέβαια το θυμόταν. «Μα τυρόπιττα με καρότα και αρακά,ποτέ μου δεν ξαναέφαγα από τότε» είπε και γέλασαν αυθόρμητα και οι δύο.Θυμήθηκαν τον τύπο που τους έκανε δίκαιο και που συνήθιζε στην παράδοση να πίνει μπύρα. «Άντε γειά μας» του φώναξε εκείνη μια μέρα. «Στην υγειά σου παιδί μου» απάντησε ο τύπος και συνέχισε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.Από τότε δεν ξαναπάτησαν στο μάθημά του.Το σκονάκι που είχε κάνει εκείνη στα οικονομικά και που η οικονομικού δεν είχε καταλάβει πως ήταν για το μάθημά της.Τόσο σχετική.Τα Gauloises που κάπνιζε εκείνη και το βρίσιμο που έτρωγε από τους άλλους γιατί δεν μπορούσαν να ανεχτούν τη μυρωδιά τους.Θυμήθηκαν τον Θάνο,τον Γιώργο,την Μαρία,την Αρετή,τον Γιάννη,τη Βαγγελίτσα.Πως έχασαν το πτυχίο τον Ιούνη και πήγαν για Δεκέμβρη.Το γλέντι που είχαν κάνει στη Μποέμισσα λίγες μέρες μετά την ορκωμοσία.Τη φωτογραφία εκείνου που φορούσε ένα κρεμαστό σκουλαρίκι.Είχαν πιεί πολύ εκείνο το βράδυ

Θυμήθηκαν και τις δύσκολες εποχές.Τότε που εκείνος έδινε τις δικές του μάχες για να κερδίσει τη Ζωή.Και τα κατάφερε. «Είσαι από τους λίγους ανθρώπους που με στήριξαν.Ούτε οι δικοί μου δεν το πίστεψαν πως θα τα κατάφερνα.Ενώ εσύ...».Είχαν σοβαρέψει ξαφνικά και οι δυό.Γιατί ήξεραν πως η κουβέντα τους θα αποκτούσε πιο προσωπικό χαρακτήρα.Γιατί θα έπρεπε να μιλήσουν για όλα όσα τους χώρισαν.Στο μακρινό τότε και στο λίγο πιο πρόσφατο.Αφέθηκε να τον ακούει.Όχι πως δεν ήξερε,τα είχαν ξαναπεί αμέτρητες φορές,μα τούτη τη φορά ήταν τόσο ήρεμος.Της μίλησε για τους φόβους του,τα λάθη που είχε κάνει.Για την ανωριμότητά του που ήταν η αιτία που την άφησε να φύγει. «Μόνο όταν σε έχασα για πάντα αντιλήφθηκα το λάθος που είχα διαπράξει.Έπρεπε να γνωρίσω άλλες καταστάσεις για να καταλάβω πραγματικά με ποιάν είχα να κάνω.Όχι πως δεν ήξερα,μα φοβόμουνα να παραδεχτώ πως είσαι έτσι στ΄αλήθεια.Γι΄αυτό και το ΄βαλα στα πόδια.Γιατί δεν μπόρεσα να αντέξω το πόσο αληθινή είσαι»

Μίλαγαν ώρες πολλές.Για τα όσα ονειρεύτηκαν και που έμειναν μόνο όνειρα.Για τις στιγμές που ένιωσαν ευτυχισμένοι.Όχι μαζί απαραίτητα.Για τους ανθρώπους που τους ακύρωσαν.Που τους πλήγωσαν.Που τους «χρησιμοποίησαν». Για φίλους και για «φίλους».Για έρωτες παλιούς και τωρινούς.Για σχέσεις που δοκιμάστηκαν στο πέρασμα του χρόνου.Για τα όσα ζούσαν τώρα.Για τις αλήθειες και τα ψέμματα που τους είπαν.Της είπε πως ήξερε.Πως είχε καταλάβει τα πάντα.Κι ας μην του είχε μιλήσει.Έκλαψαν και γέλασαν. «Είσαι απίστευτα ήρεμη σήμερα,της είπε.Μα και τόσο μελαγχολική ταυτόχρονα»

Ξεχάστηκαν πάνω στις κουβέντες τους.Ξεχάστηκε στην αγκαλιά του.Ήταν το ίδιο ζεστή όπως πάντα.Κάπνισε απ΄το τσιγάρο του.Η γεύση του...Και η μυρωδιά του.. ήταν πάντα η ίδια κι αυτή.Η ώρα είχε περάσει επικίνδυνα.Το ρολόι έδειχνε τρείς τα ξημερώματα.Έπρεπε να φύγουν.Κάποιοι περαστικοί τους κοίταζαν περίεργα. «Πρέπει,του είπε».«Πρέπει,ναι,απάντησε αυτός».Έκαναν μια βόλτα με το αυτοκίνητο.Είχε μια όμορφη νυχτιά.Ένα δροσερό αεράκι έμπαινε απ΄τα ορθάνοιχτα παράθυρα.Οδηγούσε κρατώντάς της το χέρι.Που και που της το έσφιγγε σαν να ήθελε να της πει, «είμαι εδώ». Δεν μίλησαν καθόλου

Την άφησε έξω απ΄ το σπίτι της. «Θυμάσαι που κάποτε αναρωτήθηκες αν βλέπουμε το ίδιο φεγγάρι» της είπε. «Το ίδιο είναι πάντα.Και για σένα και για μένα και για όλους.Ο τρόπος που το κοιτάζουμε διαφέρει.Και τα μάτια που το αντικρύζουν.Μείνε όπως είσαι.Μην αλλάξεις ποτέ.Για να μπορείς να το κοιτάζεις με τούτο το καθάριο βλέμμα σου.Για τίποτα και για κανέναν.Είσαι ό,τι καλύτερο μου έτυχε.Και πάντα απ΄τους πιο δικούς μου ανθρώπους.Ακόμη κι αν δεν σε ξαναδώ ποτέ.Γιατί με έκανες καλύτερο.Γιατί μου έμαθες πως αξίζει να εμπιστεύομαι.Και να πιστεύω.Σε μένα.Γιατί πρώτη εσύ με πίστεψες.Και μου το έδειξες.Θα ΄σαι πάντα το τυχερό μου αστέρι».

«Καληνύχτα» του είπε και βγήκε χωρίς να πει τίποτε άλλο.Χαμογέλασε και θυμήθηκε πως είχε ξανακούσει τούτα τα λόγια.Απ΄αλλού.Ήξερε πως θα τον ξαναέβλεπε και το επόμενο βράδυ.Μα του είχε ζητήσει να μην πουν τίποτα.Να μην μιλήσουν καθόλου.Μόνο μια βόλτα του ζητούσε.Μια ακόμη βόλτα.Που ίσως θα ήταν και η τελευταία τους.Το είχαν ξαναπεί.Το ήξερε

Μα τούτη τη φορά θα ήταν στ΄αλήθεια...

υ.γ.Το τραγούδι που ακούγεται,μόνο τυχαίο δεν είναι